Best Blogger Tips

SHOW ANNOUNCEMENT ▼

Add Announcement Text here. This is your message box

Καλώς ήρθατε Στην Προσευχή του Χριστού.

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,Τριὰς ἁγία,δόξα σοι.

”Αρκεί το χέρι σου, να σκουπίσει το δάκρυ του αδελφού σου, για να νιώσει παρηγορία!!!Πόσες φορές το κάναμε αυτό;;;”

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Συγκλονίζει το Θαύμα της Μεγαλόχαρης

Παναγία Τήνου: Συγκλονίζει το Θαύμα της Μεγαλόχαρης



Θαύμα Παναγίας
Συγκλονίζει το θαύμα της Μεγαλόχαρης με πρωταγωνιστή ένα τυφλό παιδί, τον Νίκο.
Σε κάποια φτωχογειτονιά του Πειραιά ζούσε ένα τυφλό παιδάκι, ο Νίκος. Η μητέρα του ήταν καλή, ευσεβής, ενάρετη. Ταχτικά πήγαινε στην εκκλησία και παρακαλούσε τον Χριστό να χαρίσει φως στο παιδί της. Ο πατέρας ήταν αδιάφορος στα θρησκευτικά ζητήματα. Πολλές φορές κορόιδευε τη γυναίκα του για τη θρησκευτικότητά της. Ούτε στην εκκλησία πήγαινε, ούτε σταυρό έκανε.Η μάννα έτρεξε σ’ όλους τους οφθαλμίατρους, για να εξετάσουν του παιδιού της τα μάτια.Όλοι την απέλπισαν. Δεν υπήρχε θεραπεία με τίποτε, Αφού έκλεισαν οι πόρτες της γης, η μάννα χτύπησε του ουρανού τις θύρες.
Αποφάσισε να πάει το παιδί της στην Τήνο
.- Γιώργο, σκέφτηκα να πάω στην Τήνο.
– Τζάμπα θα χαλάσεις τα λεφτά σου. Δεν γίνεται τίποτα. Παρ’ το απόφαση. Ο Νίκος θα μείνει τυφλός.
– Εγώ με το παιδί θα πάμε στη χάρη Της. Που ξέρεις· τόσα θαύματα γίνονται κάθε χρόνο.
– Θαύματα, είπες; Στ’ αλήθεια, γυναίκα, πιστεύεις στα παραμύθια των παπάδων; Αυτά είναι λόγια, για να πηγαίνει ο κόσμος και να εκμεταλλεύονται τους αφελείς. Να μην πας πουθενά. Εγώ λεφτά χαμένα δεν δίνω.
– Εγώ θα κοινωνήσω στην Τήνο. Θα πάω. Θέλω να πάω. Κάτι μου λέει μέσα μου να πάω. Για το Νίκο, το παιδί μου, ας πάμε μαζί. Έλα να παρακαλέσουμε τη Μεγαλόχαρη για το σπλάγχνο μας.
– Είσαι ανόητη, μου φαίνεται. Δεν πήγαμε σε «κοτζάμ» καθηγητάδες, δεν γυρίσαμε ένα σωρό γιατρούς; Όλοι δεν μας είπανε τα ίδια; Σε ρωτώ έχεις εσύ καμιά ελπίδα;
– Ναι έχω. Πιστεύω να με λυπηθεί η Μεγαλόχαρη. Ένα το ’χω η δόλια. Θα με καταλάβει.
– Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Αλλά, επειδή επιμένεις, πήγαινε μονάχη σου. Εγώ δεν έρχομαι.
Πλησίαζε Δεκαπενταύγουστος, η περίοδος της Παναγίας. Η Μαρία αποφάσισε να περάσει «δεκαπεντάρι» στην Τήνο. Δεκαπέντε μέρες νηστεία, προσευχή, αγρυπνία. Κάθε βράδυ πήγαινε στην Παράκλησι της Παναγίας. Πολλές φορές κοινώνησε, πολλές φορές έκλαψε, δάκρυσε, παρακάλεσε την Παναγία για το άρρωστο παιδί της.
Ω! Γλυκιά του κόσμου Δέσποινα, ξέρεις τον μοναδικό, τον μεγάλο καημό της ζωής μου. Το παιδί μου είναι τυφλό, το μονάκριβο αγόρι μου.
Όλα τα παιδιά, Παναγιά μου, βλέπουν, παίζουν, τρέχουν, χαίρονται τον ήλιο, τη θάλασσα, τα πάντα, γιατί το δικό μου να ζει στο σκοτάδι; Ο Γιός Σου, Παναγιά μου που θεράπευσε τόσους πολλούς τυφλούς, ανήμπορους, δυστυχισμένους, ας θεραπεύσει και το παιδί μου.Στις 15 Αυγούστου το νησί πλημμύρισε ξένους προσκυνητές. Από τα πέρατα της Ελλάδας έφθασαν πονεμένοι, άρρωστοι, παράλυτοι, για να ζητήσουν την θεραπεία, την βοήθεια της Μεγαλόχαρης.
Η Μαρία σηκώθηκε απ’ τα μεσάνυχτα. Με κομμένη ανάσα πήρε τον ανηφορικό δρόμο προς την θαυματουργή εικόνα. Σε λίγο ανέβαινε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κρατώντας το τυφλό παιδί της. Πλησίασε πάλι την Παναγία, με τα τόσα θαύματα. Γονάτισε μ’ ευλάβεια, με βουρκωμένα μάτια. Παναγιά μου. Αύριο φεύγομε απ’ το μυρωμένο, τ’ όμορφο νησί σου. Κάμε το θαύμα σου, χρυσοπαναγιά μου. Θεράπευσε το γιο μου, που σού ’φερα στην χάρη Σου.
Ο Νίκος γονάτισε δίπλα στην μητέρα του και ψιθύρισε:Μεγαλόχαρη, Είμαι τυφλό παιδί. Δεν βλέπω τη φύση, την όμορφη θάλασσα, τα πράσινα δένδρα. Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Σήμερα που θα φύγουμε για το σπίτι μας, Παναγιά μου, σε παρακαλώ για τον πατέρα μου. Χάρισέ του φωτισμό και σύνεση. Κάνε τον να πικραίνει λιγότερο την καλή μου μανούλα. Βοήθησε τον πατέρα μου να γίνει καλός άνθρωπος. Να μην βλαστημά, να πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει τον σταυρό του…Σταυροκοπήθηκε ο Νίκος. Τότε ένιωσε κάτι αλλιώτικο μέσα του. Μισάνοιξε τα βλέφαρα. Κάτι άρχισε να διακρίνει. Έβλεπε μαύρες σιλουέτες να κινούνται.- Μάννα, βλέπω! βλέπω! βλέπω!- Θαύμα! Θαύμα! Δοξασμένο τ’ όνομά Σου Παναγία μου!Μια μυριόστομη κραυγή ακούστηκε: «Θαύμα! Θαύμα!»Η Μαρία έμεινε αρκετή ώρα δακρυσμένη μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.Δεν πίστευε στα μάτια της. Έβλεπε το παιδί της να βλέπη και δόξαζε απ’ τα τρίσβαθα της καρδιάς της τον Θεό.Καταχαρούμενοι γύρισαν στον Πειραιά. Ο άπιστος πατέρας, όταν είδε με τα μάτια του, το εκπληκτικό θαύμα συγκινήθηκε, έκλαψε, άλλαξε.
Έπαψε τις ειρωνείες, άρχισε μ’ ευλάβεια να κάνει το σταυρό του, να πηγαίνει ταχτικά στην εκκλησία, εξωμολογείτο, κοινωνούσε, δόξαζε την δύναμη του Θεού. Λόγος πικρός δεν έβγαινε πια από τα χείλη του.Στο σπίτι εκείνο υπήρχε πόνος, θλίψις, δάκρυα, σκοτάδι, βρισιά, ειρωνεία, βάσανα. Τώρα βασιλεύει χαρά, ευτυχία, φως, τραγούδι.Η θεία Κοινωνία, η δροσιά του Παραδείσου, χάρισαν υγεία, χαρά, ευτυχία. 


ΠΗΓΗ.ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ»
Εκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

πηγη vimaorthodoxias.gr
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Ένα θαύμα του Ταξιάρχη

Ένα θαύμα του Ταξιάρχη
ΝΕΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ

Ήταν ένα γλυκό Αυγουστιάτικο βραδινό. Ο εσπερινός τελείωνε όταν μια παρέα προσκυνητές, έφτανε στο Ναό μας.
—Πάτερ, την ευχή σας. Είναι ευλογημένο να διανυκτερεύσουμε εδώ απόψε και το πρωί να εκκλησιαστούμε και να κοινωνήσουμε;
Ήταν μια νεαρή γυναίκα που ρωτούσε και που με κάποιον άλλον νεαρό, βοηθούσαν ένα παλληκάρι να στέκεται όρθιο και να βαδίζει.
—Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Έχουμε χώρο για όλους σας.
—Ευχαριστούμε πολύ, να είστε καλά. Μήπως εδώ μένει ο Δεσπότης;
—Όχι, όμως αύριο το πρωί θα μας επισκεφθεί.
—Αλήθεια; Ω Θεέ μου! Ανέλπιστη χαρά μας δίνετε, πάτερ μου.
—Μα τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω.
—Πάτερ μου, ο Ταξιάρχης έκανε ένα μεγάλο θαύμα στον αδελφό μου, είναι αυτός εδώ, ο Διονύσης.
Η νεαρή γυναίκα λέγοντας τις τελευταίες λέξεις στράφηκε προς το παλ¬ληκάρι που κρατούσε αγκαζέ μαζί με τον άλλο νεαρό. Με ένα τρυφερό χαμόγελο τον οδήγησε μπροστά μου, με τη βοήθεια του άλλου νέου. Το παλληκάρι έκανε μια υπόκλιση, όσο του επέτρεπε η κατάσταση του και απλώνοντας το χέρι του πήρε το δικό μου και το ασπάστηκε με σεβασμό.
—Πάτερ, είναι ο αδελφός μου ο Διονύσης, συνέχισε η νεαρή γυναίκα, ο Ταξιάρχης στην κυριολεξία τον έσωσε, σχεδόν τον ανέστησε από νεκρό. Κατά τη νοσηλεία του αδελφού μου στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας Αθηνών, πέρασαν απ’ αυτό και γνώρισαν τον αδελφό μου και είδαν την κρισιμότητα της κατάστασης του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας και ο πατήρ Χρήστος, ο συνεφημέριός σας, όταν και εκείνος είχε την περιπέτεια με την πρεσβυτέρα του στο ίδιο Νοσοκομείο. Βέβαια τότε ο αδελφός μου ήταν σε βαθύ κώμα και δεν τους γνώρισε• όμως εκείνοι προσευχήθηκαν για κείνον. Καταλαβαίνετε λοιπόν, τι ευλογία, είναι για μας, όταν στην πρώτη μας ευχαριστήριο επίσκεψη προς τον Ταξιάρχη, να παρευρίσκεται ο Σεβασμιώτατος και να συμπροσεύχεται και να συνδοξολογεί τον Αρχάγγελο μαζί μας, για τη θαυμαστή Του ενέργεια στον αδελφό μου.
Μιλώντας, έρριξε μια ματιά στον Διονύση, που έδειχνε σημεία κόπωσης, λόγω του προσφάτου ατυχήματος του- και απευθυνόμενη πάλι σε μένα, συνέχισε:
—Αν είναι ευλογημένο, πάτερ μου, θα ήθελα λίγο να τακτοποιήσω τα πράγματά μας και να περιποιηθώ τον αδελφό μου, γιατί ακόμη έχει ανάγκη από εμάς, και έπειτα να έλθω στο Γραφείο και να σας εξιστορήσω, μαζί με. τον ξάδελφό μου, το θαυμαστό αυτό γεγονός με κάθε λεπτομέρεια.
—Μην ενοχλείστε, δεν πειράζει. Τακτοποιείστε τα πράγματά σας, ξεκουρα¬στείτε και αύριο μετά τη θεία λειτουργία, που θάναι εδώ και ο Δεσπότης μάς τα εξιστορείτε όλα με την ησυχία σας. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πάρα πολύ να μάθει την έκβαση αυτού του γεγονότος, από πρώτο χέρι, με κάθε λεπτομέρεια.
—Να είναι ευλογημένο, πάτερ μου. Ευχαριστούμε πολύ. Αύριο με υγεία.
Είχε τελειώσει η θεία λειτουργία και καθώς πηγαίναμε στο Γραφείο για καφέ, μαζί με την παρέα του Διονύση έφτασε ο Δεσπότης. Ήταν απερίγραπτη η χαρά όλης της παρέας μόλις τον αντίκρυσαν. Έτρεξαν όλοι κοντά του χαρούμενοι. Έβαλαν μετάνοια και του φίλησαν με σεβασμό το χέρι.
—Τι κάνετε Σεβασμιώτατε, τον θυμάστε τον Διονύση μας;
—Μα είναι δυνατόν; Είναι το παιδί, που νοσηλευόταν στο Κρατικό, με το τροχαίο;
—Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιώτατε, αυτός είναι. Θαύμα, θαύμα του Ταξιάρχη!
—Δόξα σοι ο Θεός! Παιδιά μου πολύ χαίρομαι. Ξέρετε, με είχε συγκινήσει πολύ η περίπτωση του Διονύση και συχνά αναρωτιόμουν για την έκβαση της υγείας του. Και να που σήμερα τον βλέπω υγιέστατο μπροστά μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του μεγάλου Θεού. Παιδιά μου, θα μου επιτρέψτε να πάω μέσα, να προσκυνήσω τον Αρχάγγελο, γιατί μόλις έφτασα και έρχομαι στο Γραφείο να τα πούμε με την ησυχία μας και με κάθε λεπτομέρεια.
—Νάναι ευλογημένο, Δέσποτα.
Ο Σεβασμιώτατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος προς τον Ναό, υμνώντας το όνομα του μεγάλου Θεού και ευχαριστώντας τον Αρχάγγελο.
Σε λίγο στο Γραφείο του Ναού, ακούγαμε όλοι κατάπληκτοι από την Ελένη και το Νίκο τα γεγονότα τα του θαύματος, να ξετυλίγονται αστραπιαία και θαυμαστά.
—Σεβασμιώτατε, ονομάζομαι Ελένη και είμαι η αδελφή του Διονύση, παντρεμένη και μένω στο Ναύπλιο, Σουλίου 8.
Το απόγευμα της Κυριακής του Θωμά, 25-4-1993, χτυπά το τηλέφωνο του σπιτιού μου,.... και πληροφορούμαι ότι ο αδελφός μου ο Διονύσης χτύπησε σε τροχαίο και βρίσκεται, στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας στην Αθήνα. Το ακουστικό έφυγε από τα χέ¬ρια μου όταν με παρότρυναν να κάνουμε όσο το δυνατόν σύντομα, γιατί ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Ετοιμοθάνατος! «Τον προλαβαίνετε, δεν τον προλαβαίνετε», μου είπαν χαρακτηριστικά.
Φύγαμε αμέσως για την Αθήνα. Πώς αισθανόμουν στον δρόμο για την Αθήνα, δεν μπορώ να το εκφράσω, ήταν μια φοβερή εμπειρία! Ένοιωθα να βουλιάζει σιγά-σιγά ο κόσμος ολόκληρος. Αισθανόμουν ότι τα πάντα για μένα έχαναν ξαφνικά την αξία τους! Δεν μετρούσε για μένα τίποτα. Μόνο μέσα από ένα μεταξωτό ιστό αράχνης, αμυδρά, διέκρινα με τη φαντασία μου το Διονύση μας αιμόφυρτο και ετοιμοθάνατο. Και τότε, το μόνο που ήθελα, ήταν να βρεθώ κοντά του, να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω, να τον σφίξω και να του ξαναδώσω τη δύναμη και τη ζωή. Τα λεφτά μού φαινότανε ώρες και οι ώρες αιώνες. Σε κάποια στιγμή σχεδόν λιποθύμησα, όταν μέσα στο αμάξι μύρισε, πολύ αισθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα και ένοιωθα να χάνω τις αισθήσεις μου.
Φτάσαμε στο Νοσοκομείο και η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνη της φαντασίας. Ο Διονύσης αιμόφυρτος πάνω στο κρεββάτι αναίσθητος σε αφασία. Με φώναξαν στο Γραφείο οι γιατροί και μου είπαν επί λέξει: «Κορίτσι μου, τι να σου πούμε, το παιδί είναι ξεγραμμένο. Το μυαλό του έγινε γιαούρτι. Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα».
Ρώτησα για κάποια εγχείριση, για κάτι άλλο που θα μας έδινε κάποιες ελπίδες. «Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα, δεν σηκώνει ούτε εγχείριση», μου είπαν και συνέχισαν: «Εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
Γονατιστοί όλη τη νύχτα στο προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε το Θεό να τον λυπηθεί και να τον αναστήσει.
Το πρωί επισκέφθηκε τον αδελφό μου ο άριστος κρανιολόγος γιατρός κ. Μουρουζίνης. Τον εξέτασε πολύ ώρα και στο τέλος κουνώντας το κεφάλι του είπε:
«Είτε έτσι, είτε αλλιώς ο νεαρός είναι χαμένος, ας του κάνουμε μια επέμβαση στο κεφάλι του. Βέβαια οι πιθανότητες δεν είναι ούτε μία στις χίλιες, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο καλύτερο». Το δεχτήκαμε. Πώς να κάναμε διαφορετικά; Ο αδελφός μου χανόταν!
Μπήκε στο χειρουργείο στις δώδεκα το μεσημέρι. Κατά το διάστημα της εγχείρισης, μας πήρε τηλέφωνο στο Νοσοκομείο ο ξάδελφός μας ο Νίκος και μας είπε πράγματα που μας ζωήρεψαν τις ελάχιστες και υποτονικές ελπίδες μας. Άλλα καλύτερα να σας τα εξιστορήσει αυτά ο ίδιος.
Λέγοντας αυτά η Ελένη, στράφηκε στο νεαρό δίπλα της, που βοηθούσε μαζί της τον Διονύση.
—Μάλιστα Σεβασμιώτατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Είμαι 22 χρόνων και σπουδάζω μαζί με την αδελφή μου Ελένη στη Θεσσαλονίκη. Η διεύθυνση μας: ...... Το τηλέφωνο μας: ......
Την Κυριακή του Θωμά 25-4-1993, η αδελφή μου και γω ξεκινήσαμε να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη, απ’ την οποία είχαμε φύγει, για να περάσουμε τις διακοπές του Πάσχα κοντά στους δικούς μας. Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε στις 7 το απόγευμα. Αμέσως πήραμε τηλέφωνο τους δικούς μου, όπως άλλωστε συνηθίζουμε, για να ενημερώσουμε τους δικούς μας ότι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε και για κείνους, πώς είναι και αν έχουν κανένα νεότερο από το πρωί που φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Μας είπαν ότι είναι όλα μια χαρά, όπως τα ξέραμε. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι μας, πολύ νωρίς πήγαμε για ύπνο.
Τη νύχτα, ένα όνειρο με συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σε ένα Νοσοκομείο, για μένα άγνωστο, και πάνω σε ένα κρεββάτι, ντυμένο στα μαύρα, τον ξάδελφό μου ξαπλωμένο. Τον ρωτάω τι έπαθε και εκείνος μου δείχνει το κεφάλι του, που ήταν γεμάτο αίματα, και μου λέει ότι χτύπησε. Τότε ακούω τη φωνή του πατέρα μου να με φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δεν τον έβλεπα, όμως ακολούθησα τη φωνή του και βρέθηκα σε μια μικρή Εκκλησιά, που βρισκόταν στην αυλή του Νοσοκομείου. Στο μέσον της Εκκλησίας στεκόταν ο πατέρας μου και κυττούσε προς το μέρος μου. Στα δεξιά μου βλέπω μία εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά της. Βγάζω το μαντήλι μου και την σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Το μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να μού δείχνει την αριστερή πλευρά του Ναού και στο σημείο που βρισκόταν μια άλλη εικόνα, που όμως ήταν τόσο μαύρη, που δεν φαινόταν το πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου. Συγχρόνως ο πατέρας μου, με προστακτικό ύφος μού έλεγε τα εξής: Πες στην Ελένη, την ξαδέλφη σου, να την καθαρίσει. Ανήσυχος απ’ αυτά όλα το πρωί, παίρνω μια θεία μου τηλέφωνο στο Ναύπλιο να ρωτήσω. Δεν πήρα το σπίτι μου, γιατί γνώριζα ότι όλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω το θλιβερό γεγονός. Ρώτησα για την ξαδέλφη μου, την Ελένη και μού είπε ότι είναι στο Νοσοκομείο της Νικαίας. Εκεί πήρα τηλέφωνο και αφού έμαθα λεπτομέρειες και την απελπιστική κατάσταση του Διονύση, ρώτησα την Ελένη αν υπάρχει στο χώρο του Νοσοκομείου καμμιά Εκκλησιά.
Μου απάντησε ότι δεν το γνώριζε. Τότε της είπα το όνειρο και την παρότρυνα να ψάξει και αν υπήρχε, να κυττούσε στον αριστερό μπαίνοντας τοίχο της. Παρακάτω, Σεβασμιώτατε, ας συνεχίσει εκείνη.
—Όταν άκουσα αυτά από τον ξάδελφό μου Νίκο, Σεβασμιώτατε, κάποιες ελπίδες άρχισαν να αναπτερώνονται. Όταν θα βγουν σωστά τα λόγια του ξαδέλφου μου, είπα μέσα μου, τότε θα πει ότι ο Διονύσης μας θα σωθεί. Ρωτήσαμε και μάθαμε ότι υπήρχε κάτω Εκκλησία του Νοσοκομείου. Τρέξαμε με τους συγγενείς μου και ψάξαμε. Πράγματι στο αριστερό τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα κατάμαυρο!!! Το ξεκρεμάσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε τι αναπαριστούσε. Πήρα βαμβάκι και οινόπνευμα και το καθάρισα. Ω Θεέ μου! Έλαμψε ολόκληρο! Αστραποβολούσε! Όμως και πάλι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιον άγιο εικόνιζε. Όταν το είδε η θεία μου. η μητέρα του Νίκου, σταυροκοπήθηκε και το καταφιλούσε, το είχε γνωρίσει! Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου!!! φώναζε. Είχε έλθει πριν δυο χρόνια και είχε πάρει το εικόνισμα Του και τους δυο τόμους των βιβλίων Του. Να το εικόνισμα Σεβασμιώτατε, είπε η Ελένη και ανοίγοντας το πουκάμισο του Διονύση το έβγαλε από τη θήκη του και το έδωσε στον Δεσπότη μας. Εκείνος το κύτταξε για λίγο και έπειτα με πολύ σεβασμό και ευλάβεια, το ακούμπησε στα χείλη του. Ήταν ένα ξύλινο μικρό εικονισματάκι του Ταξιάρχη μας, απ’ αυτά που έχουμε στο περίπτερο του Ναού, για τους προσκυνητές μας.
Αφού το προσκυνήσαμε όλοι μας, η Ελένη το πήρε, το έβαλε πάλι στη θέση του και συνέχισε:

—Τελείωσε η εγχείριση στον εγκέφαλο του αδελφού μου. Οι γιατροί δεν μας έδιναν περισσότερες ελπίδες απ’ ότι πριν την εγχείριση, δηλαδή μία τοις χιλίοις! «Το μυαλό του», μας έλεγαν, «είναι σα γιαούρτι- και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω. Ανθρωπίνως και επιστημονικώς κάναμε το καλύτερο, τώρα μόνο ένα θαύμα τον σώζει». Ζήτησα να μου επιτρέψουν να μπω στην εντατική και να του βάλω το εικόνισμα επάνω του. Μου το επέτρεψαν. Μπήκα και του το φόρεσα.
Το πρωί, 27-4-93, μας παίρνει πάλι τηλέφωνο ο Νίκος απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και μου λέει ότι πάλι είδε όνειρο σημαδιακό και πως πρέπει να εντείνουμε τις προσευχές μας, γιατί ο Διονύσης θα γίνει καλά!
—Ναι, Σεβασμιώτατε, συνεχίζει, παίρνοντας τον λόγο ο Νίκος. Το βράδυ της 26ης προς την 27η βλέπω πάλι να βρίσκομαι στο Νοσοκομείο και να θέλουν δυο μαυροφορεμένοι άνδρες, να μας πάρουν τον Διονύση, μέσα σε ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο. Μετά από πολύ ώρα το κατώρθωσαν, αλλά το αυτοκίνητο δεν έφευγε. Κάποιος νέος, όμορφος, ξανθός, με ένα μικρό γενάκι και μέχρι τη μέση τον κατάξανθα σγουρά κυματιστά μαλλιά, εμφανίστηκε και αφού πήρε και έβαλε τον Διονύση πάνω σε ένα κρεββάτι του Νοσοκομείου, μου είπε: «Μην ανησυχείς! Ανοίξτε του μια τρύπα εδώ», δείχνοντας το λαιμό του, «βάλτε του την εικόνα της Παναγιάς στα χέρια του και αφήστε τον σε μένα». Το πρόσωπό του έχυνε μια γλυκεία λάμψη, που σε γαλήνευε, σε πλημμύριζε ευεξία και εμπιστοσύνη.
—Σκεφθείτε Δέσποτα πώς ένοιωσα, συνέχισε τώρα η Ελένη, όταν ενώ άκουγα αυτό από το Νίκο, έρχονται οι γιατροί, μπαίνουν βιαστικά στην εντατική και βγαίνοντας γρήγορα, έπαιρναν μαζί τους και τον Διονύση στο χειρουργείο για τραχειοτομή!!! Μάς είπαν επί λέξει:
«Έχει χειροτερεύσει η κατάσταση του. Τώρα έχει και πνευμονία με υψηλό πυρετό. Τον πάμε αμέσως για τραχειοτομή να τον προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να πνιγεί»! Μετά από την τραχειοτομή, τον λυπήθηκε πράγματι η ψυχή μου. Δεν ζούσε. Τα μηχανήματα τον κρατούσαν φυτό!! Στο σημείο αυτό έχασα όσο θάρρος μού είχε απομείνει. Λύγισα σαν άνθρωπος και χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, έφυγα στο Ναύπλιο να πάρω τα ρούχα του για το επερχόμενο μοιραίο. Απ' εκεί έφερα μαζί μου και τα βιβλία του Ταξιάρχη, το Ιστορικό και τα θαύματά Του. Κάποιος, θαρρείς μέσα μου, με έσπρωχνε να τα πάρω από τη θεία μου μαζί μου! Όταν επέστρεψα και είδα τον αδελφό μου ζωντανό, μετάνοιωσα πικρά για την ολιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινά συγγνώμη, για την αδυναμία μου αυτή και γονατιστή μέρα και νύχτα έξω από την εντατική, διάβαζα τα θαύματά Του και παρακαλούσα για τη σωτηρία του αδελφού μου.
Όσο διάβαζα το βιβλίο με τα θαύματα, τόσο ένοιωθα κοντά μας την παρουσία του Άγιου. Οι ελπίδες πάλι δειλά-δειλά ερχότανε να πάρουν τη θέση της απογοήτευσης και απόγνωσης και σιγά-σιγά γιγάντωναν και πολλαπλασιάζονταν. Οι ενημερώσεις των γιατρών δεν με προβλημάτιζαν πια και δεν με ενδιέφεραν πολύ, παρ’ όλο που ήτανε άσχημες! Κι αυτό γιατί τώρα γνώριζα ότι πάνω και από τους γιατρούς, βρίσκεται ο Άγιος, κι ότι Αυτός μόνο επιμελείται τον αδελφό μου. Τα βιβλία αυτά μού έδωσαν την ηρεμία, τη δύναμη, τη δυνατή πίστη, την υπομονή, την καρτερία.
Με 40 πυρετό επί 8 ήμερες στην εντατική πάλεψε με τον θάνατο ο Διονύσης, με σύμμαχο τον Ταξιάρχη. Οκτώ ολόκληρες ημέρες έμοιαζε με νεκρό. Οι γιατροί μας έλεγαν ότι: «Δυστυχώς χάνουμε ελπίδες, παρά κερδίζουμε»! Και την ογδόη, μεγάλε μου Άγιε Ταξιάρχη! Άνοιξε τα μάτια του!!! Από τότε και μετά, κάθε μέρα και ένα μηχάνημα απομακρυνόταν από τον αδελφό μου, μέχρι που έφυγε και το τελευταίο.
Οι γιατροί κατάπληκτοι έλεγαν: «Αυτό δεν μπορούσε να γίνει φυσιολογικά ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό και σε τόσο λίγο χρόνο! Το μυαλό του αδελφού σας ήταν πράγματι "γιαούρτι". Μόνο ένα θαύμα, στην κυριολεξία, θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει όλα αυτά, μόνο ένα θαύμα»!!!
Στο διάστημα των 8 αυτών ημερών, που ο Διονύσης μας πάλευε με τον θάνατο, επισκεφθήκατε Σεβασμιώτατε την πρεσβυτέρα του πατρός Χρήστου και γνωρίσατε τον Διονύση μας. Ο πατήρ Χρήστος σας είχε μιλήσει για τα όνειρα του ξαδέλφου μου, την εύρεση της εικόνας και σεις θελήσατε να δείτε τον αδελφό μου και να τον ευλογήσετε. Να ξέρατε τότε, Σεβασμιώτατε, τι κουράγιο και δύναμη μας δίνατε, όταν μας είπατε ότι: «Αφού θέλησε ο Ταξιάρχης να τον πάρει υπό την προστασία Του, μη φοβάστε, είναι μεγάλη ευλογία και όλα θα πάνε καλά. Μόνο μη χάνετε την πίστη σας και να προσεύχεστε ζεστά, μέσα από την καρδιά σας. Ο Κύριος πάντοτε ανταποκρίνεται στις θερμές μεσιτείες του Αρχαγγέλου Του». Τα λόγια Σας αυτά, Σεβασμιώτατε, ήταν μια ακόμη επιβεβαίωση των θαυμάτων του Ταξιάρχη, που κάθε μέρα διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε. Η παρουσία Σας αυτή, στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής μας, ήταν ευεργετική. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ μέσα απ’ την καρδιά μας, για όλα.
«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ο Δεσπότης μας, «εμείς δεν κάναμε τίποτα, ενώσαμε τις προσευχές μας, όπως είχαμε υποχρέωση, μαζί με τις δικές σας. Ο Κύριος πάντοτε δίνει ό,τι του ζητούνε, με αληθινή πίστη, υπομονή και επιμονή! Και η δική σας η πίστη, η υπομονή και η επιμονή ήταν πράγματι υποδειγματική. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται (Ματθ. ζ' 8)».
—Σεβασμιώτατε, παρά λίγο να το ξεχάσω, είπε η Ελένη. Ο Αρχάγγελος έκαμε και δεύτερο θαύμα!
—Τι παιδί μου;
—Η Ελένη Μαϊοράνου, ήταν Πεντηκοστιανή. Λέω ήταν, γιατί τώρα δεν είναι. Ο Ταξιάρχης, με τις επεμβάσεις Του, την έκανε ορθόδοξη!!!
Ήταν αποκλειστική του αδελφού μου, μέσα στην εντατική. Σαν Πεντηκοστιανή δεν πίστευε στις εικόνες και επομένως ούτε και στην εικόνα του Ταξιάρχη, που βρήκαμε στην Εκκλησία του Νοσοκομείου. «Μη πιστεύετε», μας έλεγε συνεχώς, «μη πιστεύετε σε θαύματα και μάλιστα θαύματα από εικόνες άγιων. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα».
Όταν όμως έβλεπε αργότερα, την εξέλιξη της υγείας του Διονύση, κλονίστηκε και μας είπε: «Αν πράγματι γίνει καλά εντελώς ο Διονύσης, θα πάω στον Μανταμάδο, στον Ταξιάρχη, στη θαυμαστή Του εικόνα και το δικό μου παιδί»! Το παιδί της είχε κάποια άγνωστη ασθένεια. Φύγαμε από το Νοσοκομείο και σε δυο μήνες έπρεπε να το επισκεφτούμε πάλι για αξονική εξέταση. Όταν ανεβήκαμε στην νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε την Ελένη, την αποκλειστική του Διονύση. Μόλις μας είδε έμεινε άφωνη. Κάθισε για λίγο μαρμαρωμένη, σαν να έβλεπε φαντάσματα και έπειτα έτρεξε κατεπάνω μας και μας αγκάλιασε όλους δακρυσμένη. «Τι κάνεις, Ελένη;» τη ρωτήσαμε. Εκείνη μας παρέσυρε λίγο παράμερα και μας είπε: «Τώρα πίστευω, τώρα πιστεύω. Είναι πιο φωτεινό και από τον ήλιο ότι εσείς έχετε δίκαιο, οι ορθόδοξοι. Ακούστε τι έχω να σας πω: Χθες τη νύχτα είδα στο όνειρό μου, ότι βρισκόμουν σε μια γαληνεμένη θάλασσα και ήρθε και με συνάντησε κάποιος νέος, ωραίος και μελαψός και μού λέγει: "Πήγαινε αύριο στη νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου να δεις και να πιστέψεις. Σου έχω μια μεγάλη έκπληξη". Είμαι εδώ από το πρωί, γιατί πίστευα ότι αυτός που μού μίλησε στο όνειρό μου ήταν ο Ταξιάρχης! Και να που βλέπω το Διονύση μας αναστημένο! Γιατί, για νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μα ποτέ δεν πίστευα ότι το παιδί αυτό θα μπορούσε να γίνει καλά και μάλιστα με τέτοια διαύγεια του νου έπειτα από τέτοια κάκωση που είχε στον εγκέφαλό του. Αυτό είναι πράγματι ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα του Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω και μετανοιώνω που τόσα χρόνια ήμουν σε τόση πλάνη!!! Με την πρώτη ευκαιρία θα πάω να προσκυνήσω την θαυμαστή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και να Του ζητήσω να με συγχωρέσει».
—Ξέρετε, Σεβασμιώτατε, —μίλησε για πρώτη φορά ο Διονύσης—, αν οι δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, για τη θεραπεία μου, άλλο τόσο εγώ χαίρομαι για την επιστροφή στην Ορθόδοξη πίστη, της κ. Ελένης. Είναι μια αξιαγάπητη κυρία και σωστός άνθρωπος. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, που εξ αιτίας του ατυχήματός μου σώθηκε μια ψυχή. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού», όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας. Δόξα σοι ο Θεός!
Ο Σεβασμιώτατος σηκώθηκε. Πλησίασε τον Διονύση που με τη βοήθεια των δικών του είχε σηκωθεί. Τον ασπάσθηκε σταυρωτά και άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του νέου στον αριστερό του ώμο, χτυπώντας χαϊδευτικά την πλάτη του. Είχαν δακρύσει και οι δυο τους και η συγκίνηση αυτή είχε απλωθεί παντού μέσα στο χώρο του Γραφείου του Ναού και μας συνεπήρε όλους. Έπειτα, δειλά-δειλά και άχρωμα στην αρχή, ακούστηκε η φωνή του Σεβασμιωτάτου: «Των ουρανίων Στρατιών Αρχιστράτηγε...» Τον ακολουθήσαμε όλοι μαζί συγκινημένοι...
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 7
Μάρτιος - Μάιος 1990
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

«Κόρη μου, να πηγαίνης στην Εκκλησία»

Σ’ ένα από τα μεγάλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας συνέβη το εξής περιστατικό. Η μητέρα μιας κοπέλας, καλή και ευσεβής, έφυγε για την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Πράγματι, ήταν μια γνήσια χριστιανή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της. Την Κυριακή, εκτός αν ήταν άρρωστη, πρωί-πρωί ξεκινούσε για την Εκκλησία κι εκεί η καθαρή και φιλόθεη ψυχή της πραγματικά συναντούσε κι ερχόταν σε επικοινωνία με τον Θεό. Συχνά-πυκνά κοινωνούσε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που της έδινε ζωή και δύναμη.

Και η κόρη της καλή κοπέλα ήταν, αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας της αραίωσε τον εκκλησιασμό και δεν πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Κι αν πήγαινε, πήγαινε προς το τέλος.

Και για να δικαιολογηθεί στη συνείδησή της, που την έτυπτε, προφασιζόταν ότι είχε πολλές δουλειές, την φροντίδα των ζώων και δεν την έφθανε ο χρόνος. Οι συνηθισμένες προφάσεις, ενώ, όταν θέλει ο άνθρωπος, βρίσκει λύσεις για όλα.

Έτσι συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση και η ψυχή της όσο πήγαινε και πάγωνε, όπως ένα κάρβουνο, όταν το βγάλεις έξω από την φωτιά σβήνει και παγώνει!
Ένα βράδυ όμως, κατ’ ευδοκίαν Θεού ,έγινε η άνωθεν παρέμβαση. Δηλαδή της εμφανίστηκε στον ύπνο της η κεκοιμημένη μητέρα της μέσα σε άπλετο φως και της είπε στοργικά τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια:
- Κόρη μου, να πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία. Εμείς εδώ επάνω, εκείνη την ώρα είμαστε όλοι κάτω από τον Παντοκράτορα και χαιρόμαστε όταν βλέπουμε κάποιον δικό μας να έρχεται στην Εκκλησία να δοξολογεί τον Θεό!
Και πρόσθεσε:
- Να πηγαίνεις παιδί μου πρωί, ν’ ακούς τα ωραία λόγια του Όρθρου και όχι στην τρίτη καμπάνα.
Αυτό το θεόσταλτο όνειρο συγκλόνισε την κόρη. Από τότε κάθε Κυριακή πρωί-πρωί πηγαίνει πρόθυμα στην Εκκλησία. Έχει πια την βεβαιότητα ότι θα παίρνει κι εκείνη την ευλογία του Παντοκράτορα, αλλά και την ευχή της μανούλας της.
Αυτό βέβαια ισχύει για όλους. Ας το σκεφθούμε…
Πηγή: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα
Θαυμαστά γεγονότα»
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ
ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2009
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Θαύματα Αγίου Ιωάννη του Ρώσου


Θαύματα Αγίου Ιωάννη του Ρώσου


επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Το ιερό λείψανο του οσίου Ιωάννου του Ρώσου μεταφέρθηκε στο Νέο Προκόπι της Ευβοίας τον Οκτώβριο του 1924, από τους Πρόσφυγες, . Εκεί εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες που ήλθαν από το Προκόπι της Μικράς Ασίας. Το 1930 άρχισε να κτίζεται εκεί ο περικαλλής ναός, προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος ολοκληρώθηκε μετά από πολλούς κόπους των πιστών το 1951. Τότε μεταφέρθηκε ο Άγιος στο νέο Ναό, όπου και εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα. Είναι ένα από τα μεγάλα προσκυνήματα της πατρίδος μας. Οι πιστοί καταφθάνουν από όλα τα μέρη του κόσμου, προσκυνούν τον Άγιο , επικαλούνται την βοήθεια του και τον ευχαριστούν για τα τόσα θαύματα που επιτελεί .
Κατά την διάρκεια της ζωής του.
Κάποια περίοδο πού ο αγάς – σαν ευσεβής Μουσουλμάνος – είχε φύγει σε ιερή αποδημία – προσκύνημα στη Μέκκα, ή γυναίκα του θέλησε νά καλέ­σει σε φαγητό φίλους και γνωστούς γιά νά ευχηθούν γιά τόν ασφαλή γυρισμό και τήν καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε ή κυρία στους συνδαιτυμόνες τό γνωστό φαγητό τής Ανατολής, τό πιλάφι, στράφηκε προς τόν Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευό­ταν από αυτό τό αγαπημένο του φα­γητό». Ό Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύνα­μη τής αδιάκριτου πίστεως και θερμής προσευχής του τό πιάτο θαυματουρ­γικά απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρε­ψε ο αγάς και έφερε πίσω τό πιάτο ά­δειο με τό οικόσημο τής μωαμεθανικής του οικογενείας, τότε πείστηκαν όλοι γιά τη δύναμη τής πίστεως του άκα­κου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.
    Ύστερα και από τό γεγονός αυτό, τό ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τόν Ιωάννη νά μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρη­σαν δωμάτιο γιά νά ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι – όπως και τήν πρώτη φορά – ευγενικά και σταθερά αρνήθηκε. Προτίμησε νά ζει ως ταπει­νός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυ­χαστήριο» πού τόσα χρόνια είχε αγα­πήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.
    Έφθασε κάποτε και ή ώρα πού ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρό­κειτο νά εγκαταλείψει τα εγκόσμια και νά αναχωρήσει γιά τόν ουρανό. Ό Όσιος μας αρρώστησε. Παρέμενε ξα­πλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τόν Θεό γιά όλα τα δώρα πού του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει τό τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο νά κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και επειδή υπήρχε τήν περί­οδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φα­νατισμένους Τούρκους ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδό­πουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε γιά τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδω­σε τήν αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Ή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε ό­λο τό Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώ­θηκε σε όλη τήν περιοχή τής Καππα­δοκίας. Ό Όμέρ αγάς τόν τίμησε και τόν έκλαψε.
    Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από τήν κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φώς λάμπον άγιον τω του οσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου τό Νοέμβριο του 1733 έγινε ή ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν τό ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και όμολογητού «ακέραιο καί εύωδιάζον». Με ιερό δέος τό έναπέθεσαν κάτω από τήν Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού πού τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).
Μετά την οσιακή κοίμησή του.
     Εκατό χρόνια μετά, τό 1832, ο στρατός του Όγλού Οσμάν πορευόμενος σε πο­λεμική αποστολή λεηλάτησε τό Προκό­πιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τόν ιερό ναό. Παρέδωσε τό ιερό Λείψανο του άγιου Ιωάννου στις φλόγες. Άλλά ο Άγιος πα­ρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τούς ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσον­τας τό μεγάλο θαύμα. Τό σκήνωμα του Άγιου παρέμενε άθικτο, όμως έμαύρισε επιφανειακά. Τό 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Άγιου γλύτωσαν από τό σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.
    Ή φήμη του οσίου Ιωάν­νου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ ό­λη τη Μ. Ασία. Πάμπολ­λες είναι οι μαρτυρίες γιά τα θαύματα του. Πλήθη λαού τόν επισκέπτονται και ζητούν θεία προστα­σία και βοήθεια. Τόν ο­νομάζουν «θεραπευτή Ά­γιο». Οι Τούρκοι τόν α­ποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «τό σιφά σουγιού», τό νερό του αγιάσματος του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μία δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Ή λάρνα­κα του Οσίου «ίατρείον δέδεικται πάσης ασθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος τής Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας α­είμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ίδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οί Άγαρηνοί, Ιωάννη, σφόδρα ηύλαβήθησαν η­θών σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξα­σαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!
Διηγήσεις του Πατρός Ιωάννου Βερνέζου, Προϊσταμένου Ιερέως στον Όσιο Ιωάννη το Ρώσσο, στο Νέο Προκόπι της Εύβοιας
1)Αλλαγή των αμφίων.
“…Ο Άγιος ζητάει μόνος του να του αλλάξουμε τα άμφια.Τότε μπορούμε να ανοίξουμε και την λάρνακα.Η η λάρνακα δεν ανοίγει όποτε εμείς θελήσουμε, αλλά όταν θέλει ο Άγιος.
Πως ειδοποιεί γιά την αλλαγή των αμφίων του; Νά, έρχεται π.χ. σε μιά καλή ψυχή και λέει στον ύπνο (σέ διάφορα μέρη, στην Ν. Υόρκη, στην Αυστραλία, στην Θεσσαλονίκη), έλα να με χαιρετήσης, είμαι ο Ιωάννης από την Ρωσία’ έλα στην εκκλησία μου και να πης στον Ιερέα ήρθε ο καιρός να μου αλλάξουν τους χιτώνες. Έτσι έγινε το 1937, το 1955, το 1977 που έγινα αποδέκτης εγώ. Επήρα εγώ τίς πληροφορίες από πιστούς.
Το 2005 ξαναζήτησε ο Όσιος να γίνη αλλαγή αμφίων μετά 28 χρόνια που πέρασαν από το 1977.
Ο κ. Στυλιανός ξέρει ότι εδώ μαζί ξεκινήσαμε στον αγώνα. Μού είπε λευκανθήκαμε. Ο αγαπητός Στυλιανός ειναι πολλά χρόνια στον αγώνα, και να προσεύχεσθε γι’ αυτόν. Εγώ είμαι εδώ 43 χρόνια κληρικός και τρία χρόνια πρίν ως λαίκός, συνολικά 46 χρόνια και έχουμε δεί χιλιάδες και εκατομμύρια πιστούς να περνουν μπροστά από τον Άγιο Ιωάννη.
Τί έχουμε να μαρτυρήσουμε; Τί είδαμε στις αλλαγές; Το συγκλονιστικό είπαμε είναι ότι είδοποιεί ο ίδιος! Ετσι σε μιά κοπέλα είπε:
Να ‘ρθής να δής το μαξιλάρι μου που θα είναι γεμάτο δάκρυα. Κλαίμε για σας τους νέους. Προσευχόμαστε ιδιαίτερα γιά σας στο Θεό να σας στηρίξη.
Όταν το 1977 ανοίξαμε και είδαμε το μαξιλάρι όλο καθαρό ήταν, όμως εδώ δίπλα στούς οφθαλμούς ήταν βρεγμένο με μιά μεγάλη κηλίδα από δάκρυα.
Είδαμε όλη την κεφαλή του Αγίου να κινείται, και ο Σεβασμιώτατος και οι ιερείς.
Συγκλονιστικό! Παίρνουμε την λάρνακα και ερχόμαστε σε δύο τραπέζια και βάζουμε τον Άγιο. Αυτό που σεβάστηκε ο ίδιος ο Θεός, ετίμησε και εχαρίτωσε και εδόξασε, που χάρισε το δώρο της αφθαρσίας ως την Β΄ Παρουσία…”
2) “Θεραπεία ασθενούς που έπασχε από “μυελογενή λευχαιμία.
…Μιά οικογένεια στην Αθήνα δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα, το παιδί τους ο Βασιλάκης, Ε’ Δημοτικού, ξαφνικά έχασε το κέφι του, κλείστηκε στο σπίτι, άρχισαν εξετάσεις και διαπιστώθηκε «μυελογενής λευχαιμία», μετά από παρακέντηση που έγινε στην σπονδυλική στήλη. Αρχισαν οι χημειοθεραπείες, πέφτουν τα μαλλιά του παιδιού και πρέπει να έχη μεγάλη αντοχή κανείς. Έχανε το παιδί τίς δυνάμεις του.
Μιά βραδιά, μεσάνυχτα, φωνάζει την μητέρα του.
Μανούλα θέλω μιά χάρη. Να με πάτε στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο.
Πως, παιδί μου, σκέφθηκες τον Άγιον αυτόν ανάμεσα σε τόσους Αγίους;
θυμάσαι που πήγαμε εκδρομή πέρσι; Είχαμε πάρει και το βιβλίο με την Ιστορία και τα θαύματά τον. Απόψε, μόλις τελείωσα να το διαβάζω, άκουσα μέσα μου μιά φωνή, σα να μου είπε’ έλα Βασιλάκη στην εκκλησία μου και θα σε κάνω καλά και σένα.
Ήρθανε. Το παιδί να βλέπατε πως προσπαθούσε να πιαστή από τη ζωή. Πήγε κοντά, προσκύνησε. Άνοιξε τα χεράκια του, προσευχόταν, κατόπιν βάζει το σκουφάκι και τη ζώνη του Αγίου. Και το πιό απλό αντικείμενο μπορεί να μεταφέρη την δύναμη του Θεού. Η μάνα του να κλαίη κοντά στο άγιο λείψανο, και τότε της λέει το παιδί:
Μανούλα μου μήν κλαίς! Μ’ εκανε καλά ο Άγιος Ιωάννης.
Πές μου, παιδί μου, πως;
Σταμάτησε το μούδιασμα στο σώμα και ο πόνος στη μέση μου και, εκτός από αυτό, ήρθε μέσα μου χαρά. Χαίρομαι που θα ξαναγυρίσω στο σχολείο μου.
Φύγανε και δεν είπαν σε κανέναν τίποτα. Γύρισαν στην Αθήνα. Πήγαν στο Νοσοκομείο. Έγιναν νέες εξετάσεις και ο καθηγητής είπε πως, με τα αποτελέσματα της παρακεντήσεως, τώρα πιά σταματάμε τις χημειοθεραπείες γιατί αρρώστεια δεν υπάρχει πλέον. Τότε η μάνα είπε τι είχε ζητήσει και τι είχε κάνει μόνο του το παιδί, και είπε ο γιατρός:
Αυτά είναι πάνω από την επιστήμη, είναι στην σφαίρα της πίστεως. Να ευχαριστήσετε τον Άγιο γιατί το εξιτήριο το υπέγραψε ένας Άγιος.
Τον Ιούνιο τελείωσε το Δημοτικό ο Βασιλάκης και είναι όπως θέλη ο Θεός…”
3)Το λείψανο ίδρωσε στην λιτανεία του 2004.
 Στο τέλος της λιτάνευσης του τιμίου λειψάνου του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου το 2004, άφησαν όπως συνηθίζεται το τίμιο λείψανο πάνω σε μια εξέδρα, και όλος ο λαός, χιλιάδες προσκυνητές, πέρασαν από κάτω. Αυτό κράτησε ώρες. Στο τέλος, όταν κατέβασαν το τίμιο λείψανο παρατήρησαν πώς το γυαλί, στο μέρος πάνω από το πρόσωπο του Αγίου, είχε υγρανθή. Η εξήγηση που δόθηκε ήταν ότι ο άγιος ίδρωσε μεταφέροντας τις χιλιάδες, διαφορετικής εντάσεως και ποιότητος, προσευχές των προσκυνητών στον θρόνο του Θεού, όπως και ο ιδρώτας του Προσώπου του Χριστού έρρεε ως “θρόμβοι αίματος” κατά την προσευχή στην Γεθσημανή.”(πηγή. http://www.parembasis.gr/2005/05_05_24.htm)
——————————————————–
4)Θεραπεία συγκύπτουσας γυναικός.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».
5)Παρουσία του Αγίου Στην Σερβία το 1999
Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.
6)Θαυμαστές κινήσεις του λειψάνου του Αγίου

Υπάρχουν φορές που το Ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου δεν βρίσκεται μέσα στην λάρνακα του και αργότερα εμφανίζεται μέσα. Τούτο το βεβαιώνει ο προϊστάμενος του Ιερού Ναού καθώς και άλλοι. Μάλιστα, την ώρα που διαπιστώνεται πως ο Άγιος Ιωάννης δεν είναι μέσα στη λάρνακα, την ίδια ώρα έχει γίνει μια θαυμαστή ίαση κάποιου που τον επικαλέστηκε.

Άλλες φορές το Ιερό λείψανο του Αγίου «αλλάζει πλευρό»- θέση όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές- και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ηγούμενος της Ιεράς μονής του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε είπε: «Χριστιανοί μου μη φοβάστε, ο άγιος είναι ζωντανός απλά άλλαξε πλευρό…»
7)Συνομιλία με τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.
Ο Γέροντας τακτικά επισκεπτόταν τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο: «Κάποτε,
έλεγε, πήγα και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του
λέω:
-Άγιε μου πώς περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε:
-Μέσα στην σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα
σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δύο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος»!
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Θαυματουργή εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής το 1947


Θαυματουργή εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής το 1947



Θαυματουργή εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής το 1947 για θαμμένο μεσαιωνικό Ναό της, «ατελέσφορη» μέχρι σήμερα!
γράφει ο Γιώργος Ανεστόπουλος
Η παρακάτω είναι μια αληθινή ιστορία. Είναι γνωστή στην ευρύτερη περιοχή της Υπάτης - Φθιώτιδας από το '50 που ξεκίνησε να συμβαίνει.
Είναι ένα απ’ αυτά τα θαυμαστά περιστατικά που κατά καιρούς πλην σπανίως συμβαίνουν σε κάποιες λιγοστές περιπτώσεις «ευλογημένων ανθρώπων» στο διάβα της ιστορίας.
Αναφέρομαι στις εμφανίσεις Αγίων Μορφών σε ανθρώπους για να τους αποκαλύψουν σημεία όπου θα πρέπει να αναζητηθούν εικόνες ή λείψανα.
Κάτι τέτοιο συνέβη το 1947.
Δεν θεωρώ σκόπιμο επί του παρόντος να αναφέρω συγκεκριμένα επώνυμα και οικογένειες.
Ας τονιστούν τα περιστατικά και μόνον.
Εννοείται βεβαίως, ότι έτσι και αποφασίσουν, έστω και σήμερα, κοντά 70 χρόνια μετά, Εκκλησία και Πολιτεία να ενδιαφερθούν (και όχι γραφειοκρατικά - τυπικά - δήθεν όπως κάποιοι κάποτε αλλά ουσιαστικά, όλα τα στοιχεία θα είναι στη διάθεσή τους).
Τον πρωταγωνιστή μόνον της ιστορίας θα ονομάσω ως κυρ Δημήτρη. Περίπου 50 ετών τότε. Το συμβάν συνέβη εν μέσω του εμφυλίου και σοβαρότατων ταραχών στην εν λόγω περιοχή που έθεσαν επανειλημμένα σε κίνδυνο την οικογένεια του κυρ Δημήτρη.
Για την ακρίβεια, οι αντάρτες απειλούσαν τη ζωή όλης του της οικογένειας εάν δεν τους παρέδιδε τις τρεις από τις κόρες του και τις τρεις ανηψιές του που είχε υπ’ ευθύνη του. Ηλικίες από 14 - 17 (τι να τις ήθελαν άραγε οι αντάρτες; Μπορεί να φανταστεί κανείς μήπως να μου πει κι εμένα;)
Ο κυρ Δημήτρης αρνιόταν πεισματικά να το πράξει. Τις είχε κρυμμένες στην κυριολεξία μέσα σε κρυφό πρόχειρο παράπηγμα που είχε φτιάξει μέσα σε βάτα. Τα κορίτσια κοιμόντουσαν τις νύχτες στην κυριολεξία μαζί με σκορπιούς και φίδια.
Δεν είχαν δε, ούτε καν σπίτι. Τους το είχαν κάψει οι Γερμανοί στον πόλεμο μαζί με όλο το χωριό (Μεσοχώρι (παλαιά ονομασία «Λιάσκοβο») όπου εκτέλεσαν και περί τους 100 κατοίκους. Άλλο ένα από τα πολλά «Δίστομα - Καλάβρυτα» που ποτέ δεν πήραν δημοσιότητα ούτε αποζημιώσεις από ΚΑΝΕΝΑΝ μετά τον πόλεμο για την ολοσχερή καταστροφή τους).
Αναφέρομαι στην περιοχή της Οίτης και συγκεκριμένα «Συκά - Μεσοχώρι - Υπάτης». Χίλια περίπου μέτρα υψόμετρο.
Κάποιο βράδυ, τελώντας σε απόγνωση και θλίψη από την όλη κατάσταση ο κυρ Δημήτρης, γνωρίζοντας ότι τα «περιθώρια» που του έδιναν οι αντάρτες λιγόστευαν ασφυκτικά, έξω από μια πρόχειρη καλύβα που είχε φτιάξει για την οικογένειά του, του εμφανίστηκε μια «Μαυροφόρα».
Νόμισε πως ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα.
Τον ρώτησε «τι έχει;»
Της εξήγησε μέσες άκρες, με σκυμμένο κεφάλι, αφού ανθρωπίνως πρόσφερε στη γερόντισα κάτι να φάει από τα ελάχιστα υποτυπώδη που είχαν.
Του ζήτησε να προστατεύσει την «περιοχή Της» γιατί «Της πατάνε τα Μάτια τα ζώα» κι Αυτή σε αντάλλαγμα θα του προστάτευε την οικογένειά του για πάντα.
Ο κυρ Δημήτρης δεν κατάλαβε τίποτα, μέχρι που ξαφνικά «άλλαξε η Μορφή Της» και εμφανίστηκε ενώπιόν του «στα Λευκά Λάμπουσα και απαστράπτουσα».
Ταράχτηκε... «Ποιά είσαι Συ»; Την ξαναρώτησε
Η Αγία Παρασκευή, του είπε.
Ο κυρ Δημήτρης τότε κάτι άρχισε να καταλαβαίνει... «Αγία Παρασκευή»... «Τα Μάτια»...
Πες μου τι θέλεις και θα το κάνω, της είπε με δέος και σεβασμό γονατιστός μπροστά της.
Πάμε να σου δείξω, του λέει, ξαναέγινε η «Απλή σκυφτή μαυροφόρα» που ήταν πριν και πήρανε τον ανήφορο για μια περιοχή που ήταν γνωστή ως «Παλαιοχώρι».
Ήταν μια κατεστραμμένη πολύ παλαιά Πολιτεία....μόνον ερείπια και θεμέλια φαίνονταν...πιθανόν, από τα βυζαντινά τα χρόνια...Μεσαίωνας...οι Αρχαιολόγοι τα ξέρουν αυτά...
Περπατούσαν μαζί, νύχτα, μπροστά αυτή, πίσω ο κυρ Δημήτρης κάμποση ώρα στην ανηφόρα και στο δάσος. Από μόνο του αυτό θα πρέπει να ήταν εκπληκτική εμπειρία για τον ταλαιπωρημένο μεσήλικα που πριν απ’ αυτά είχε επιβιώσει αυτός και η οικογένειά του από την κατοχή. Και που πολλά χρόνια πριν, είχε βρεθεί επί 10 χρόνια στο Βαλκανικό - Μικρασιατικό Μέτωπο κι επέζησε κι από εκεί. Για να βρεθεί εκείνη τη νύχτα σ’ εκείνο το δάσος, επί πόση ώρα να βαδίζει μαζί με μια Αγία Μορφή!
Τον πήγε σ’ ένα σημείο όπου φαίνονταν τα απομεινάρια από μια μικρή εκκλησία.
Του τ' έδειξε, δεν του εξήγησε τίποτα παραπάνω και «εξαφανίστηκε».
Σ' εκείνο το σημείο, τότε υπήρχε ένας μεγάλος πλάτανος. Στη ρίζα του ανάβλυζε νερό, πόσιμο. Όλοι όσοι ήταν βοσκοί ή καλλιεργητές το γνώριζαν και σταματούσαν σ' εκείνο το σημείο να ξαποστάσουν. Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε από που έβγαινε εκείνο το νερό. Ούτε από που ερχόταν εκείνη η έντονη μυρωδιά βασιλικού. Κάποια στιγμή αργότερα ο πλάτανος "πάει", χάθηκε...Έγινε καυσόξυλα; ποιός ξέρει;...πάντως, μαζί του χάθηκε και το νερό και η μυρωδιά βασιλικού...
Μετά απ' τα «νυχτερινά περίεργα», όλα αυτά έβρισκαν κατά κάποιον τρόπο την «εξήγησή» τους...
Ο κυρ Δημήτρης μίλησε με συγχωριανούς του, μπας και σκάψουν. Σκέφτηκε πως ίσως να ήταν κάποια εικόνα της Αγίας από κάτω.
Όλοι όμως του είπανε πως αν τολμούσε κάποιος να σκάψει τέτοιες εποχές θα τον εκτελούσαν οι αντάρτες. Θα νόμιζαν πως ψάχνει για λίρες. Ήταν βλέπεις η εποχή με τα εγγλέζικα σεντούκια λίρες που όλοι έψαχναν από την εποχή του πολέμου. Θα τον βασάνιζαν λοιπόν μέχρι θανάτου για να πει ότι ξέρει...
Άσε που πάνω εκεί στην Οίτη και πάνω από το χωριό του (Μεσοχώρι) ήταν ένα από τα «μακάβρια στρατόπεδα» των ανταρτών. Ένα από τα περιβόητα «Μεγάλα Λαϊκά Δικαστήρια». Ήταν μια χαράδρα εκεί κοντά. Είχανε γκρεμίσει εκεί κάτω πλήθος «τιμωρημένων/εκτελεσθέντων με συνοπτικές διαδικασίες». Τους βρήκαν (πλήθος τα σαπισμένα πτώματα) μετά απ’ το τέλος του εμφυλίου. Άλλο ένα από τα σοβαρότατα περιστατικά αυτού του άτιμου πολέμου που συγκαλύφτηκαν μπας και ξεχαστούν τα μίση και οι βεντέτες μιαν ώρα αρχύτερα. Ο φόβος όμως σ’ εκείνα τα βουνά τότε κάλπαζε με χίλια.
Έτσι, το άφησε γι’ αργότερα. Έβαλε απλώς ένα συρματόπλεγμα γύρω γύρω στα υπολείμματα του παλαιού Ναού για να μην μπαίνουν ζώα μέσα και πατάνε τον Ιερό Καθαγιασμένο Χώρο.
Η ιστορία του έγινε γνωστή παντού εκεί γύρω στα χωριά. Έτσι, πάντα κάποιος βοσκός άναβε λιβάνι εκεί πια.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Αγία έκανε πράγματι το θαύμα της ξανά και ξανά και ξανά. Προστάτεψε την οικογένεια του κυρ Δημήτρη.
Του είχε πει επί λέξη όταν του εμφανίστηκε εκείνο το βράδυ πως ακόμη και σφαίρες να περάσουν τη στολή του γιού του - που υπηρετούσε στον Εθνικό Στρατό τότε - η στολή μπορεί να γίνει κομμάτια, αλλά αυτός δεν θα πάθει τίποτα.
Ακριβώς αυτό και συνέβη.
Ο γιός του σε λίγο καιρό συμμετείχε στις μάχες στο Γράμμο και στο Βίτσι. Η στολή του όντως έγινε κομμάτια από τις σφαίρες και τα θραύσματα. Δεν τον άγγιξε όμως ούτε μία.
Είχανε να το λένε για δεκαετίες στο σόι του για το χαρούμενο αλλά και αστείο ξέσπασμα του Διοικητή του μόλις τον είδε ζωντανό αλλά με ξεσκισμένη στολή μετά τη μάχη:
«Ρε Κ...., άιντε ρε να βάλεις ένα άλλο παντελόνι, δεν μπορώ να τα βλέπω ρε άλλο να κρέμονται απ’ έξω σαν αδέσποτα καρύδια»...
Και το νευρικό γέλιο στο ταλαιπωρημένο Τάγμα πήγαινε σύννεφο...τον είχανε για «γούρι» πλέον τον Κ...
Ήταν ένα ξεκάθαρο θαύμα «σωτήριας παρέμβασης»...
Και πριν υπήρξαν παρόμοια παράξενα και μετά ακολούθησαν κι άλλα πολλά τέτοια και παρόμοια. Και σ’ αυτόν και στον πατέρα του και σ’ όλη την οικογένεια.
Πιο πριν είχαν πάρει οι αντάρτες αιχμάλωτο τον κυρ Δημήτρη για έξι μήνες μέχρι να μαρτυρήσει και να παραδώσει τα κορίτσια του (και τα μεγαλύτερα αγόρια του που τα είχε φυγαδευμένα στην Αθήνα).
Απειλούσανε να τον εκτελέσουν. Τον είχανε δεμένο για πολλές ώρες ανάποδα κεφάλι πόδια στο δέντρο και τον δέρνανε. Τελικά, όχι μόνον δεν τον εκτέλεσαν αλλά βρέθηκε κι ένας Χριστιανός Λοχαγός εκεί στους αντάρτες, τον λυπήθηκε και τον απελευθέρωσε νύχτα στα κρυφά.
Κάποια στιγμή, άρχισαν άλλες παράξενες «βοήθειες». Έγιναν πολλές «στρατιωτικές επιχειρήσεις» εκεί επάνω.
Πολλές συγκρούσεις. Οι πολίτες ως συνήθως βρίσκονταν στη μέση. Πότε σώζονταν αυτός και η οικογένειά του χάρη σε μια έγκαιρη πληροφόρηση από τον Εθνικό Στρατό για το που θα γίνει μάχη, πότε χάρη στους αντάρτες.
Πάντα κάποιος θα βρίσκονταν να τους βοηθήσει να αποφύγουν τις κακοτοπιές. Παρόμοιες παράξενες σωτηρίες συνεχίστηκαν σε όλη την οικογένεια για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Έγινε η Προστάτιδα Αγία των οικογενειών των παιδιών του κυρ Δημήτρη. Σχεδόν 70 χρόνια μετά, τα θαύματα στους κλώνους αυτής της οικογένειας συνεχίζουν.
Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, ένα από τα εγγόνια ο 40άρης Β. Αντιμετώπισε μια σοβαρότατη κατάσταση.
Τους εμφανίστηκε μέσα στο σπίτι τους, νύχτα. Μόλις είχαν μπει στο σπίτι και πρόλαβαν κι αυτός και η γυναίκα του να δουν την «Μυστήρια Φωταγωγία», την παρουσία Της κι εξαφανίστηκε.
Τηλεφώνησαν αμέσως στην θεία τους την Κ... και κόρη του κυρ Δημήτρη. Κάτι γνώριζαν από το παρελθόν γι’ αυτήν την ιστορία. Τους τα είπε και τους εξήγησε πως η Αγία τους ενημέρωσε μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η κατάσταση που αντιμετώπιζαν θα αποκατασταθεί άμεσα.
Κι όντως. Την άλλη μέρα, το πρόβλημα είχε λήξει.
Ο Β..., ένας πεισματάρης άνθρωπος - πυροσβέστης - πήγε αμέσως επαρχία, βρήκε τη θεία του και της ζήτησε όλες τις λεπτομέρειες της ιστορίας. Του τα είπε.
Τη ρώτησε γιατί δεν έγινε μπορετό τόσες δεκαετίες να ανασκαφεί το σημείο του αρχαίου Ναού μήπως και υπάρχει κάτι από κάτω που η Αγία θέλει να έρθει στην επιφάνεια. Η θεία του δεν μπορούσε ν’ απαντήσει.
Ο Β. την πήρε και μαζί προσπάθησαν να βγάλουν κάποια «άκρη» μέσα στην γενικότερη γραφειοκρατία ώστε να προχωρήσει η ανασκαφή. Δεν κατόρθωσαν τίποτα.
Ούτε καν από την Εκκλησιαστική πλευρά. Μόνον αόριστες υποσχέσεις περί συμπαράστασης και βοήθειας»....
Απ’ ότι γίνεται κατανοητό απ’ την όλη ιστορία πάντα μα πάντα κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο μεσολαβούσε για να «μην ανασκαφεί το μέρος».
Η περιοχή εκεί πλέον εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια έχει κηρυχτεί ως αρχαιολογική ζώνη. Δεν μπορεί να σκάψει έτσι απλά ο καθένας.
Αλλά και ούτε μπορεί ο οποιοσδήποτε πολίτης να πάει και να κινητοποιήσει όλη αυτή την τερατώδη γραφειοκρατία που απαιτείται προκειμένου να επιτραπεί ανασκαφή.
Η θεία του ήταν τότε ήδη σε προχωρημένη κατάσταση ημιαναπηρίας. Κι όμως έτρεξε, μαζί με τον χειρουργημένο στην καρδιά σύζυγό της εκεί επάνω στα βουνά, πήγε σε ιερείς, σε κοινοτάρχες, αλλά τίποτα.
Απογοητευμένη, το μόνο που μπόρεσε πλέον να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το μεταλλικό εικονισματάκι που είχε φτιάξει εκεί η οικογένειά της προ 50 ετών και με δικά της έξοδα να στήσει έναν τρίμετρο μεταλλικό σταυρό επάνω στο σημείο ώστε να μην χαθεί ξανά το μέρος όπως κάμποσα χρόνια πριν όταν το διπλανό δάσος είχε επεκταθεί και είχε πνίξει τα πάντα, ακόμη και το ίδιο το σημείο των ερειπίων του παλαιού κατεστραμμένου Ναού. (Και που κατόπιν, μια δασική πυρκαϊά κατέκαψε τα πάντα κι αποκάλυψε πάλι το σημείο του Ναού)...
Κατά τα φαινόμενα, είναι μια πολύ σοβαρή περίπτωση που όμως δεν μπορεί να την χειριστεί ο οποιοσδήποτε.
Προφανώς, πάνε, τελείωσαν οι καιροί που όταν ένας Πολίτης είχε μια τέτοια θρησκευτική εμπειρία, θεωρούνταν επαρκές αυτό για να ψάξουν...
Πόσες και πόσες εκκλησίες και μοναστήρια δεν ιδρύθηκαν έτσι;
Όπως και να’ χει, επί σχεδόν 70 χρόνια προκύπτουν διαρκώς εμπόδια για μια έρευνα...δεν έγινε ποτέ όχι συστηματική εις βάθος ανασκαφή...ούτε καν στοιχειώδης...πέραν από κάτι ογκώδεις εξωτερικά εμφανείς μαρμάρινους όγκους που αφαίρεσε η Αρχαιολογική Εφορία προ δεκαετίας.
Το περίεργο - επίσης - είναι που επί 67 χρόνια κι ενώ η ιστορία είναι γνωστή, ουδείς ποτέ δεν αποτόλμησε να πάει να σκάψει ούτε καν λαθραία (πχ μήπως και βρει τίποτε αξίας...μην ξεχνάμε ότι πρόσφατα εκλάπησαν ακόμη και λείψανα από έναν ναό)...
Πάντα την είχα στο νου μου αυτή την ιστορία. Αλλά την θυμήθηκα πιο έντονα μόλις διάβασα πρόσφατα για τον Ναό του Αγίου Λαζάρου στην περιοχή Κιτίου στην Κύπρο και για την μικρή λειψανοθήκη με μικρό λείψανο του Αγίου που βρήκαν σε κάποιες εργασίες αποκατάστασης σε πολύ μεγάλο βάθος «κρυμμένο» κάτω από τον Ναό...
Τα κυρίως λείψανα τα είχε αφαιρέσει κάποιος Βυζαντινός Αυτοκράτορας - όπως έκαναν πάντα - μέχρι που το 1204 εκλάπησαν από τους σταυροφόρους (μαζί με ΤΑ ΠΑΝΤΑ από την Πόλη), πήγαν στη Δύση απ’ όπου και χάθηκαν οριστικά....
Οπότε, όταν βρήκαν τη μικρή λειψανοθήκη (περίπου το1960) όλοι κατάλαβαν πως οι τότε (το 800 περίπου επί Λέοντος Σοφού) υπεύθυνοι «κρυφά κράτησαν ένα μικρό τμήμα λειψάνου» για το Ναό) και το έκρυψαν βαθιά κάτω από την Αγία Τράπεζα...όπου και ως «μυστικό» μετατράπηκε σε θρύλο, σε παράδοση, σε μύθο και....«ξεχάστηκε» με τα χρόνια...τους Αιώνες...ως το 1960 που ξαναβρέθηκε...
Μόνον ένας άνθρωπος υψηλού Ιερατικού κύρους θα μπορούσε πια να ξεκουνήσει την Ελληνική αντιεκκλησιαστική γραφειοκρατία για ένα τέτοιο θέμα...
Ή θα βρει λοιπόν αυτή η Ιερή Ιστορία το Αίσιο Πέρας της τώρα ή θα τραβήξει έτσι για πάντα...μια και οδεύουμε για ακόμη πιο «αντιεκκλησιαστικές άθεες μέρες σ’ αυτή την Ελλαδική Πολιτεία»...
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας


Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας

Ως γνωστόν, στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας.
Την έριξε στη θάλασσα της Νίκαιας της Μικράς Ασίας μια γυναίκα το 829 μ.Χ., για να τη σώσει από τους εικονομάχους, και βγήκε στα παράλια του Αγίου Όρους το 1004!
Η εικόνα φέρει κάτω από τη δεξιά σιαγόνα τραύμα με ξηραμένο αίμα, που προσκλήθηκε από το ξίφος του Άραβα πειρατή Ραχάι. Όταν ο στόλος του έπλευσε στη θάλασσα των Ιβήρων, οι πειρατές δε μπόρεσαν να λεηλατήσουν τη μονή, γιατί εμποδίστηκαν από μια Γυναίκα και γύρισαν στα πλοία τους άπρακτοι.
Τότε ο Ραχάι, που ήταν αρχηγός τους, επιτέθηκε ο ίδιος στη μονή και χτύπησε με το ξίφος του την εικόνα της Παναγίας. Από την πληγή άρχισε να ρέει άφθονο αίμα, που τον περιέλουσε. Το γεγονός έγινε αιτία να εγκαταλείψει την πειρατεία, να βαφτιστεί χριστιανός και να παραμείνει στο μοναστήρι ως μοναχός με το όνομα Βάρβαρος! Η μετάνοια και η προσευχή του ήταν τόση, ώστε αγίασε και το σώμα του παρέμεινε άφθαρτο και μυροβλύζον. Το έκλεψαν, όπως τόσα άλλα, μετά από πολλά χρόνια, οι Σταυροφόροι επιδρομείς. Ο άγιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης γιορτάζει στις 15 Μαΐου.
Στο νομό Ηρακλείου Κρήτης, στην πεδιάδα της Μεσσαράς, κοντά στο χωριό Καλύβια, βρίσκεται το μεγάλο μοναστήρι της Παναγίας Καλυβιανής (ξακουστό για το ανθρωπιστικό του έργο), που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου). Η ιστορική και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας – που δυστυχώς έχει κλαπεί σήμερα – βρέθηκε στην περιοχή το 1873, στα κτήματα του Τούρκου Χουσεΐν Μπέη Βραζεράκη από τα Καλύβια, όπου βρισκόταν και το παλιό, μικρό εκκλησάκι της Παναγίας. Οι χριστιανοί της περιοχής, μετά από πολλές περιπέτειες, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν διαταγή του διοικητή Κρήτης Ρεούφ πασά για την απαλλοτρίωση του χώρου γύρω από την εκκλησία, για να το αγοράσουν και να το χρησιμοποιούν για την τιμή της Θεοτόκου.
Οι Τούρκοι όμως φανατικά εξακολουθούσαν να αντιδρούν και ο ιδιοκτήτης της περιοχής έβαζε μέσα στην εκκλησία το άλογό του. Τότε συνέβη το εξής περιστατικό, γνωστό από την προφορική παράδοση και καταγεγραμμένο και στο βιβλίο Η Παναγία Καλυβιανή και τα ιδρύματα, Μοίρες Ηρακλείου 1978, σελ. 12: Ο ιδιοκτήτης αγάς είχε ένα παιδί παράλυτο στο κρεβάτι πολλά χρόνια και δεν υπήρχε ελπίδα να θεραπευθεί. Η Χανούμ και μητέρα του παιδιού ήταν ευσεβής μουσουλμάνα και στον ύπνο της τής παρουσιάστηκε η Παναγία και της έδωσε παραγγελία να σκουπίσει την εκκλησία που βάζει το άλογό του ο αγάς και ύστερα να θυμιάσει και με αυτά θα γίνει καλά το παιδί της. Μετά από τρεις εμφανίσεις, αποφάσισε όμως να εκτελέσει την παραγγελία. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, το παράλυτο παιδί έλειπε από το κρεβάτι του. Ξαφνικά παρουσιάστηκε μια γειτόνισσα και ανάγγειλε ότι το παράλυτο παιδί είναι με την υγεία του και παίζει με τα άλλα παιδιά στην πλατεία, ψηλά στον Κούλε του χωριού. Ο αγάς δεν άργησε να φανεί. Είδε την κίνηση και εκστατικός πληροφορήθηκε από τη γυναίκα του τα συμβάντα. Τότε με ευλάβεια προσευχήθηκε και ομολόγησε ότι είναι αληθινή η πίστη των Ρωμιών και ότι παραχωρεί την εκκλησία στους χριστιανούς με όλη τη γύρω περιοχή. Οι φανατικοί Τούρκοι των Καλυβίων δεν το άκουσαν αυτό με ευχαρίστηση και κατηγορούσαν τον αγά πως έγινε χριστιανός και μάλιστα άρχισαν να τον ονομάζουν από τότε ειρωνικά «παπά Μανώλη».
Σε ύψωμα νότια του Ρεθύμνου είναι χτισμένο το χωριό Καστελλάκια, όπου βρίσκεται η μικρή ιστορική εκκλησία της Παναγίας, της Ζωοδόχου Πηγής (εορτάζει την Παρασκευή μετά το Πάσχα). Μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, το 1646, τα Καστελλάκια περιήλθαν στα χέρια ενός ισχυρού Τούρκου, που ονομαζόταν Χαρτζαλής. Μόλις πήρε στην κατοχή του το μικρό οικισμό, έσπευσε να μεταβάλει την εκκλησία σε αχυρώνα. Όταν πέθανε ο Χαρτζαλής, η περιουσία του, μαζί με τα Καστελλάκια, περιήλθαν στον ανηψιό του τον Τσιτσέκο, που ήταν καλός και συνετός άνθρωπος. Ένα βράδυ εμφανίστηκε στον ύπνο του η Παναγία και του είπε να επαναφέρει την εκκλησία στην αρχική της μορφή. Ο Τσιτσέκος αδιαφόρησε, μη δίνοντας σημασία στο όνειρο. Το επόμενο βράδυ εμφανίστηκε ξανά η Παναγία και επιτακτικά αυτή τη φορά του ζήτησε το ίδιο πράγμα. Ο Τούρκος αυτή τη φορά φοβήθηκε τόσο, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα ξανάκανε τον αχυρώνα εκκλησία. Μέσα στο ναό, μάλιστα, τοποθέτησε και μία εικόνα της Παναγίας που είχε βρει, άγνωστο πως, στον αχυρώνα. Πρόσφερε επίσης στην Παναγία και δέκα μπακίρινα μίστατα λάδι (κουρούπι εκατό οκάδων). Ο Τσιτσέκος τοποθέτησε ως φύλακα της εκκλησίας μια Τουρκάλα, η οποία διατηρούσε και την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής και δεν επέτρεπε σε Τούρκο να την πλησιάσει, αφού πίστευε πολύ στη δύναμη της Παναγίας. Κάποτε, μάλιστα, όταν ένας χριστιανός από το Ατσιπόπουλο, μαζί με το άρρωστο παιδί του πήγε στην εκκλησία να ανάψει μια λαμπάδα, για να γιάνει η χάρη της το παιδί, η Τουρκάλα του είπε ότι το παιδί του δεν πρόκειται να γίνει καλά και ότι μόλις φθάσει στο Ρέθυμνο θα πεθάνει, όπως και έγινε.
Πάντως, και οι Τούρκοι της περιοχής σέβονταν και προστάτευαν το ναό της «Μαϊρέ-Χανούμ», όπως την έλεγαν. Την ημέρα του πανηγυριού, Παρασκευή του Πάσχα, άρμεγαν τα ζώα τους σε κοινά δοχεία με τους χριστιανούς, αυτοί έφευγαν και άφηναν το γάλα να το πιουν οι πανηγυριστές (βλ. άρθρο του δασκάλου Νίκου Δερεδάκη στην εφημερίδα Κρητική Επιθεώρηση της 3 Μαΐου 2008, σελ. 8).
Στη Συρία υπάρχει το ξακουστό και ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σεϊντανάγια («Δέσποινα Κυρά»). Από το 2004 έγινε γνωστό ένα από τα πιο συγκλονιστικά, ίσως, θαύματα όλων των εποχών, που το διηγήθηκε ο ίδιος ο πρωταγωνιστής του: ένας πλούσιος Σαουδάραβας, χρόνια έγγαμος αλλά χωρίς παιδιά, πείστηκε από Σύριο χριστιανό να προσευχηθεί στην Παναγία Σεϊντανάγια και έταξε το ποσό των 80.000 δολαρίων στο μοναστήρι αν αποχτήσει παιδί. Λίγο καιρό αργότερα η προσευχή του εισακούστηκε! Όταν όμως επέστρεψε στη Συρία για να εκπληρώσει το τάμα του, ο άνθρωπος του τον είχε πείσει, μαζί με δυο φίλους του, τον δολοφόνησε, για να πάρει τα χρήματα, αν και είχε λάβει κι ο ίδιος το ποσό των 25.000 δολαρίων.
Έκοψαν το σώμα του κομμάτια και το έριξαν στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τους. Πηγαίνοντας να το πετάξουν, το αυτοκίνητο σταμάτησε στη μέση του δρόμου. Ένας περαστικός οδηγός παρατήρησε ότι έσταζε αίμα από το πορτ μπαγκάζ και ειδοποίησε την αστυνομία. Όταν ήρθε η αστυνομία και άνοιξε την πόρτα, βρήκε τον άνθρωπο ζωντανό, χωρίς πληγές, ραμμένο στα σημεία όπου τον είχαν τεμαχίσει οι δολοφόνοι του! Οι δράστες υπέστησαν βαρύ ψυχικό κλονισμό, ενώ το αναστημένο θύμα – και αφηγητής των γεγονότων – έγινε χριστιανός.
Τέλος, το 1995 αγιογραφήθηκε στα Ιεροσόλυμα, μετά από παραγγελία μιας μουσουλμάνας (που στη συνέχεια βαφτίστηκε χριστιανή), η εικόνα της «Παναγίας της Υπάρχουσας».
Η Θεοτόκος είχε εμφανιστεί στην κοπέλα και της είχε δώσει ακριβείς οδηγίες για τη μορφή που ήθελε να έχει στην εικόνα. Τα μαύρα ρούχα και το λυπημένο πρόσωπο φανερώνουν τη θλίψη της Θεοτόκου για την αποστασία των ανθρώπων (ας σημειωθεί ότι κατά κανόνα στις εμφανίσεις της η Παναγία φορεί μαύρα ρούχα, με εξαιρέσεις, όπως στην εμφάνιση στους αγίους Σεραφείμ και Βαλέριο). Η εικόνα δάκρυσε την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου, 21 Νοεμβρίου, 2002 και από τότε τα μάτια της παραμένουν δακρυσμένα.
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Printfriendly

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις Loading...

Το Σύμβολο της Πίστεως

Μήνυμα Ἐβδομάδος

Απόκτησε την γλυκύτητα των χειλέων κατά τους λόγους σου και όλους τους ανθρώπους θα τους έχεις φίλους.

Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Περισσότερα Θέματα

Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος

 
Ευχαριστούμε για την επίσκεψη :
Πνευματικά δικαιώματα © 2011. Η Προσευχή του Χριστού. -Κάθε υπόδειξη, τεκμηριωμένη διόρθωση ή έγγραφη συμπαράσταση είναι ευπρόσδεκτη. Καλώς ήρθες στην Προσευχή του Χριστού.