Best Blogger Tips

SHOW ANNOUNCEMENT ▼

Add Announcement Text here. This is your message box

Καλώς ήρθατε Στην Προσευχή του Χριστού.

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,Τριὰς ἁγία,δόξα σοι.

”Αρκεί το χέρι σου, να σκουπίσει το δάκρυ του αδελφού σου, για να νιώσει παρηγορία!!!Πόσες φορές το κάναμε αυτό;;;”

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίοι Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίοι Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άγιος Αρέθας ο Μεγαλομάρτυρας και οι «σὺν αὐτῶ»











Τμηθείς, Θεῷ προσῆξε Μάρτυς Ἀρέθας,
Πολλοὺς ὁμοίως Μάρτυρας τετμημένους.
Ἀρέθα εἰκάδι σὺν γνωστοῖσι τετάρτῃ τμήθης.
Βιογραφία
Στα χρόνια του ευσεβούς βασιλέως Ιουστίνου (518-527) στην Αξώμη της Αιθιοπίας βασιλεύει ο πιστός και ενάρετος Ελεσβαάν. Στη γειτονική όμως χώρα της ευδαίμονος Αραβίας (βασίλειο Σαβά, σημερινή Υεμένη) την εξουσία την κρατά τυραννικά ο αιμοδιψής Δου-Νοουάς. Επρόκειτο για ένα σκληρό βασιλιά που είχε ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό και είχε το όνομα Γιουσούφ. Ο πονηρός αυτός βασιλιάς κατόρθωσε να συγκεντρώσει πλήθος στρατού. Και με τη δύναμη των όπλων να αιφνιδιάζει τις γειτονικές χριστιανικές πόλεις, με στόχο την εξόντωση των πιστών Χριστιανών «εφ’ όσον δε θα άλλαζαν την πίστη τους και δε θα ποδοπατούσαν τον τίμιο και ζωοποιό Σταυρό».
Δύσκολες πραγματικά ώρες για τους Χριστιανούς. Καλούνταν όλοι να δώσουν εξετάσεις γνησιότητος αγάπης προς τον Ιησού Χριστό.
Μία από τις πόλεις που αρίστευσε και ανέδειξε πλήθος μαρτύρων με επικεφαλής το μεγαλομάρτυρα Αρέθα είναι η πόλη Ναζράν (η σημερινή πόλη Νεγράν της βορείου Υεμένης). Μια πόλη με βαθιά χριστιανική Παράδοση από την εποχή του Κωνσταντίου υιού του Μ. Κωνσταντίνου. Προεστώς και υπεύθυνος της πόλης αυτής είναι ο Αρέθας, ένας πολύ σεβάσμιος και ενάρετος ηλικιωμένος με μεγάλο κύρος, αποδεκτός από όλους. Συνέβη λοιπόν τις ημέρες εκείνες ο μισόχριστος βασιλιάς Δου-Νοουάς να επιτεθεί στη χριστιανική πόλη Ναζράν. Ανέπτυξε μάλιστα έξω από τα τείχη της 12.000 στρατό. Και απειλούσε ότι «θα σφαγιασθούν όλοι, εάν δεν αρνηθούν την πίστη τους». Οι Χριστιανοί αντιστάθηκαν γενναία, και με σύνθημα: «ούτε ένας προδότης ανάμεσά μας» ήταν όλοι έτοιμοι για το μαρτύριο…
Βλέποντας όμως αυτή την αντίσταση ο πονηρός βασιλιάς άλλαξε τακτική. Έπεισε με κολακείες τους προύχοντες της πόλης για να τους κάνει μια εθιμοτυπική επίσκεψη. Ο Δου-Νοουάς φόρεσε το προσωπείο της ευγενείας και καλοσύνης και έφτασε στη χριστιανική πόλη, εγκωμίασε τους κατοίκους της για το ήθος τους, θαύμασε τα μνημεία τους, χάρηκε πολύ μαζί τους. Και καθώς αναχωρούσε, ζήτησε ανταπόδοση. Να τον επισκεφθούν και αυτοί στο δικό του στρατόπεδο.
Οι προύχοντες τον άκουσαν. Και μαζί με τον υπεύθυνο – προεστώτα τους Αρέθα εξήλθαν από την πόλη για τη συνάντηση της ανταποδόσεως. Την ώρα όμως εκείνη ξεδιπλώθηκε το άνομο σχέδιο του πονηρού εχθρού βασιλέως. Έγιναν βίαιες συλλήψεις του Αρέθα και των προυχόντων. Ακολούθησε αναστάτωση και σύγχυση στην πόλη. Οι στρατιώτες όρμησαν και λεηλάτησαν με αλλόφρονη μανία τα πάντα. Δε σεβάστηκαν ούτε τα τίμια Λείψανα του αγίου επισκόπου Παύλου, που είχε εκδημήσει πριν από δύο χρόνια. Τα έριξαν στη φωτιά… Μέσα στη μεγάλη αυτή αναταραχή ακούστηκε από παντού η ομολογία των πιστών: Είμαστε έτοιμοι με μια γνώμη «να πάθουμε δια την αγάπη του Χριστού σκληρά και πανώδυνα κολαστήρια». Οι διαταγές του βασιλιέως σκληρές. Τότε λοιπόν κάηκαν ζωντανοί συνολικά 477 ιερείς, μοναχοί και μοναχές. Μαζί με αυτούς ο συναξαριστής συμπληρώνει ότι μαρτύρησαν επιπλέον «127 λαϊκοί»…
Ήρθε και η σειρά του γενναίου μάρτυρος Αρέθα μαζί με τους 340 συντρόφους του. Τον έφεραν μπροστά στο θρόνο του τυράννου. Εκεί απολογείται με παρρησία… Αισθάνεται ευτυχής, διότι αξιώνεται από το Θεό παρά τη γεροντική του ηλικία των 95 ετών να στηρίζει και να εμπνέει ένα λαό και να «στέλνει – όπως έλεγε – στο Χριστό την πολυάριθμη αυτή πόλη και ένα έθνος ολόκληρο»… Παρηγορεί και ενθαρρύνει τους συντρόφους του και τους λέει: «Δεν υπάρχει ενδοξότερος θάνατος από το Μαρτύριο, διότι με αυτό συμμετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης του». Και όλοι μαζί με δάκρυα του απαντούν: «Έχε θάρρος, τίμιε πάτερ, είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε μαζί σου αυτό το μακάριο τέλος». Σκηνές μεγαλειώδεις εκτυλίσσονται… Ο τύραννος βασιλεύς δεν αντέχει άλλο.
Διατάσσει οργισμένος το σφαγιασμό τους. Τόπος μαρτυρίου θα είναι ο γειτονικός ποταμός. Εκεί οδηγήθηκαν όλοι. Εκεί προσευχήθηκαν για τελευταία φορά όλοι μαζί. Εκεί έδωσαν ο ένας προς τον άλλο τον τελευταίο τίμιο ασπασμό τους. Ασπασμό αγάπης και ειρήνης. Πρώτος θυσιάστηκε ο Αρέθας. Ακολούθησαν και οι άλλοι. Αφού προηγουμένως έχρησαν το μέτωπό τους με το αίμα του καθοδηγού Αρέθα. Τα τίμια Λείψανά τους στεφανώθηκαν με δόξα και οι λαμπρές ψυχές τους πέταξαν με συνοδεία αγγέλων στο φως του Παραδείσου. Εκεί αγάλλονται και υμνούν «ασιγήτως» τον πανάγιο Τριαδικό Θεό.
Η σεβάσμια καθοδηγητική μορφή του μάρτυρος Αρέθα δεν έσβησε με το θάνατό του. Ο τόπος του μαρτυρίου του έγινε μαγνήτης, που είλκυσε πολλούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και μια γυναίκα με το τριετές παιδί της που ήρθε εκεί για να χρησθεί από τις αγιασμένες σταγόνες του τιμίου αίματος… Το θέαμα αυτό ερέθισε τον τύραννο. Διατάζει να καεί ζωντανή η γυναίκα. Αλλά και το νήπιο έδωσε στον τύραννο παράδοξη για την ηλικία του ομολογία. «Θέλω – του είπε – να μαρτυρήσω με τη μητέρα μου». Και στην ερώτηση του βασιλέως τι είναι το μαρτύριο είπε: «Μαρτύριο είναι να πεθάνεις για το Χριστό, ώστε εκ νέου να ζήσεις». Και ποιός είναι ο Χριστός; «Έλα στην εκκλησία και θα σου δείξω ποιος είναι ο Χριστός», είπε στον τύραννο και έπεσε και αυτό με ορμή στη φωτιά με την πιστή μητέρα του. Μητέρα και συνεορτάζουν και αυτοί με το μάρτυρα Αρέθα κάθε χρόνο στις 24 Οκτωβρίου.
Ο άγιος μεγαλομάρτυς Αρέθας ας καθοδηγεί και το δικό μας έθνος, όλους μας, γονείς και νήπια και παιδιά και εφήβους. Μεγάλους και γέροντες…
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Οι άγιοι Ρηγίνος και Ορέστης

Άγιοι Μάρτυρες Ρηγίνος και Ορέστης
Είναι κοινή διαπίστωση πως η εποχή μας είναι εποχή θρησκευτικής αποστασίας και ηθικής καταπτώσεως.
Ένα πνεύμα αχόρταστης υλοφροσύνης και ευδαιμονισμού φυσά παντού. Κι ένας άνεμος αναίσχυντης σαρκολατρίας απειλεί με την πνοή του να παρασύρει κάθε πνευματική άξια και να μην αφήσει τίποτα όρθιο. Μπροστά στην πλημμυρά αυτή του κακού το καθήκον των χριστιανών να δίδουν κάθε μέρα «την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού» προβάλλει συνεχώς πιο έντονο και επιτακτικό.
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι πιστοί καλούνται να διακηρύττουν τόσο με τα λόγια, όσο και με τα έργα και την όλη τους ζωή την πίστη και την προσήλωση τους στον Αναστημένο Ιησού.

Η σύσταση του Αποστόλου «έτοιμοι αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος» (Α' Πετρ. γ', 15) αποκτά στις ημέρες μας ιδιαίτερη σημασία. Αυτόν τον καιρό που η Εκκλησία αντιμετωπίζει μια περίοδο ακήρυκτου, μα και οργανωμένου διωγμού «ο πιστός, λέει ένας σύγχρονος στοχαστής, είναι ένας αθλητής της πίστεως. πίστεως που πρέπει να είναι κάθε στιγμή έτοιμος να την ομολογήσει, να την βεβαιώσει, που μπορεί κάθε στιγμή να του δώσει την ευκαιρία να σταυρωθεί γι' αυτήν, να γίνει άξιος μιμητής του Χριστού».

Τα λόγια τούτα έζησαν σαν πραγματικότητα μυριάδες χριστιανοί σε διάφορους καιρούς. Ένδεκα εκατομμύρια μονάχα στα τριακόσια πρώτα χρόνια χριστιανικής ζωής υπέγραψαν με το αίμα τους τη διακήρυξη της πίστεως τους. Από τότε ως σήμερα αναρίθμητες άλλες φάλαγγες πιστών Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων, Ποιμένων, Διδασκάλων και Ομολογητών έδωκαν «την μαρτυρία Ιησού Χριστού» με τον βίο και τη θυσία τους.

Ανάμεσα σ' όλους αυτούς ξεχωριστή θέση στις καρδιές πολλών κατοίκων της Ελληνικής Κύπρου κατέχουν και οι δύο μεγαλομάρτυρες άγιοι Ρηγινος και Ορέστης, που τη μνήμη τους η Εκκλησία μας γιορτάζει στις 20 Αυγούστου.

Η ζωή τους, ζωή βαθιάς πίστεως στον Χριστό, αλλά και χριστιανικής παρρησίας και θάρρους και ομολογίας, αποτελεί ένα υπέροχο παράδειγμα «μαρτυρίας Ιησού».
Κι η μαρτυρία αυτή πολλά μπορεί να προσφέρει και στον σύγχρονο χριστιανό, που θέλει όχι μόνο να λέγεται, μα και να 'ναι πραγματικά ορθόδοξος.

Για να πάρουμε απ' την αρχή τη ζωή τους πρέπει να πάμε στη Χαλκηδόνα, την όμορφη πόλη, που βρίσκεται στην άκρη της Ασιατικής ακτής του Βοσπόρου και κοντά στην Προποντίδα.
Εκεί γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι Μάρτυρες.
Στον Χριστό οδηγήθηκαν από την παιδική τους ηλικία. Και τον αγάπησαν. Και του έδωκαν την καρδιά τους.

Νέοι κατετάγησαν κι οι δύο στον στρατό, στο τάγμα των τηρώνων δηλαδή των νεοσύλλεκτων, και πολύ νωρίς διακρίθηκαν.
Σ' αυτό πολύ συνέβαλε το παράστημα κι η εξυπνάδα τους με τη φυσική ευγένεια και την αρετή τους. Όμως εκείνο που πιο πολύ τους διέκρινε ήταν η χριστιανική τους ιδιότητα. Με τη σκέψη αγνή και καθάρια, τη θέληση δυνατή, την πίστη στην ψυχή ως σύνθημα ζωής, περιφρονούσαν τα πάντα κι αγωνιζόντουσαν σκληρά, για να πετύχουν το ένα και μόνο: Να ζήσουν και βασιλεύσουν με τον Χριστό.

Στην αρχή φροντίζουν να μείνουν άγνωστοι σαν χριστιανοί στο περιβάλλον τους. Τα λόγια κι εδώ του Κυρίου «ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Ματθ. ι', 16) κατευθύνουν τις σκέψεις τους και καθορίζουν τον τρόπο της ζωής τους.

Ο Ρηγίνος που πρωτύτερα έφερε το όνομα Βονομίλης, φρόντισε από πολύ νωρίς να απαλλαγεί από όλα εκείνα τα λεγόμενα αγαθά, που τις περισσότερες φορές σκλαβώνουν και σώμα και ψυχή και κάνουν τον άνθρωπο ένα ταπεινό αχθοφόρο της ύλης και της ευδαιμονιστικής ζωής. Την περιουσία που του άφηκαν οι ευκατάστατοι γονείς του την διαθέτει σιγά-σιγά όχι για να χαρεί ο ίδιος τα νιάτα του, όπως συνηθίζουμε να λέμε σήμερα για όσους σκορπάνε την πατρική περιουσία μέσα στα ποικιλώνυμα άντρα της αμαρτίας. Αλλά για να βοηθήσει, να ξεκουράσει, να παρηγορήσει, να θρέψει πτωχούς και ορφανά και ν' απαλύνει τον πόνο της φτώχειας και της ανέχειας. Ο ίδιος ζει με κάθε λιτότητα και στέρηση.

Για να καθυποτάξει τη σάρκα και να δυναμώσει τη θέληση του, ώστε ν' αντιμετωπίζει με θάρρος και παρρησία τους πολυποίκιλους πειρασμούς της νεανικής ηλικίας υποβάλλει τον εαυτό του συχνά σε αυστηρές νηστείες και άλλες σκληρές ασκήσεις. με τον τρόπο τούτο κατορθώνει να χαλιναγωγεί τους πόθους του και να συγκρατεί ζηλότυπα τις ορμές του. Ένα μόνο δεν φροντίζει να περιορίσει.

Την αγάπη του για τον Χριστό. Αυτός είναι η δύναμη του. Αυτός κι η καύχηση του. Κι η διδασκαλία του το πάθος του μα και το όπλο του. Το όπλο με το οποίο αγωνίζεται να αντισταθεί στις δόλιες και πονηρές μεθόδους και παγίδες του διαβόλου και να κρημνίσει της αμαρτίας τα κάστρα. Γνωρίζει καλά ο πιστός του Κυρίου μαθητής πως ο αγώνας που έχουμε αναλάβει οι χριστιανοί «ουκ έστι προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ', 12). Ναι! η πάλη δηλαδή του κάθε χριστιανού δεν είναι πάλη «ενάντια σε ανθρώπους με αίμα και σάρκα, αλλά πάλη ενάντια προς τις πονηρές αρχές και εξουσίες. Είναι πάλη ενάντια στα πλήθη των πονηρών πνευμάτων ενάντια στους καταχθόνιους κοσμοκράτορες, που κυριαρχούν επάνω σε ανθρώπους που βρίσκονται στο βαθύ σκοτάδι του αμαρτωλού τούτου αιώνα.

Η πάλη μας διεξάγεται ενάντια στα πνευματικά αυτά πονηρά όντα και γίνεται για χάρη της κληρονομιάς της βασιλείας των ουρανών». Γι' αυτή τη βασιλεία αγωνίζεται κι ο Ρηγίνος κι είναι έτοιμος τα πάντα να θυσιάσει για την απόκτηση της.
Όσο όμως κι αν ο αθλητής μας φροντίζει να ζει τη χριστιανική ζωή μυστικά κι αθόρυβα, δεν το κατορθώνει. Το φως του ήλιου δεν μπορεί ν' αποκρύβει. Κι η πόλη που είναι κτισμένη στην κορυφή κάποιου βουνού δεν είναι δυνατόν να σκεπαστεί και να πάψει να φαίνεται. Έτσι κι η αρετή. Δεν μπορεί ν' αποκρύβει από τα μάτια του κόσμου, όσο κι αν προσέξει ένας. Διακρίνεται στο πρόσωπο, στα λόγια, στο ντύσιμο, στο περπάτημα.

Αυτό έγινε και με τον στρατιώτη του Χριστού, τον γενναίο Ρηγίνο. Κάποιοι που τον φθονούσαν, τον παρακολούθησαν και τον κατήγγειλαν στον ηγεμόνα, που λεγόταν Περσεντίνος ο στρατηλάτης. Κι αυτός διέταξε αμέσως να φέρουν μπροστά του το παλικάρι. Η εμφάνιση του νέου κι η κορμοστασιά του έκαμαν ιδιαίτερη εντύπωση στον ηγεμόνα.
- Ποιος είναι αυτός, ρώτησε τους παρεστώτες με κάποια προσπάθεια να αποκρύψει τον θαυμασμό του.
- Ο Βονομίλης, που ερμηνεύεται Ρηγίνος, απήντησαν εκείνοι. Βονομίλης ο αποστάτης. Γιατί έπαψε να σέβεται τους θεούς μας.
- Κάτι μου λένε οι συστρατιώτες σου, είπε απευθυνόμενος στον νέο. σε κατηγορούν ότι έπαψες πια να λατρεύεις τους μεγάλους θεούς μας και να προσφέρεις σ' αυτούς θυσίες. Δυσκολεύομαι να πιστέψω μια τέτοια κατηγορία. Ένα παλικάρι σαν και σένα δεν μπορεί να πέσει σ' ένα τέτοιο λάθος. Έλα, λοιπόν, Ρηγίνε. Έλα να θυσιάσεις στους θεούς μας. Να δείξεις σ' αυτούς τον σεβασμό σου και να διαψεύσεις τους κατηγόρους σου.

Στην πρόσκληση του ηγεμόνα ο πιστός νέος έσπευσε να δώσει την απάντηση του:
- Άρχοντα μου! Πιστεύω μ' όλη μου την ψυχή στον Θεό μου. Και προσφέρω σ' Αυτόν καθημερινά «θυσίαν αινέσεως». Είναι ο Θεός μας που «εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς». Ο Θεός τον οποίον πιστεύω δεν μοιάζει με τους δικούς σας. Δεν κατοικεί μέσα σε ναούς, που κατασκευάστηκαν από ανθρώπινα χέρια. Ούτε και υπηρετείται από ανθρώπους ή έχει ανάγκη από τα δώρα τους. Αυτός είναι που δίδει σε όλους τη ζωή, την αναπνοή κι ό,τι χρειάζεται για να ζήσουν. Ο Θεός αυτός είναι ένας, δημιουργός και προνοητής του κόσμου. Δεν μοιάζει με αγάλματα από χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα. Ο Δημιουργός Θεός είναι πιο πάνω από τα έργα του. Πιο πάνω από τον άνθρωπο και από τα ανθρώπινα έργα, τα αγάλματα.

Στα λόγια αυτά του παλικαριού ο στρατηλάτης Περσεντίνος, που με δυσκολία συγκρατούσε τον θυμό του, προσπάθησε ξανά να μεταπείσει τον νέο με κολακείες και υποσχέσεις, αλλά και απειλές.
Ο φλογερός όμως στρατιώτης του Χριστού και τούτη τη φορά έμεινε σταθερός κι ακλόνητος στην πίστη του και τις αρχές του. Και πρόσθεσε στο τέλος και τούτα τα λόγια:
- Άκου, άρχοντα μου, ακόμη μια φορά αυτό που θα σου πω. σε υπηρετήσαμε και σε υπηρετούμε στον κόσμο ετούτο με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα κι αυτοθυσία. Και το ξέρεις. Το να αρνηθούμε όμως τον αληθινό Θεό μας και να προσκυνήσουμε τις πέτρες και τα ξύλα που ονομάζετε σεις θεούς, δεν θα το κάνουμε ποτές! Δεν θα σε ακούσουμε, όσο και να μας παιδέψεις, κι όσο και να μας βασανίσεις!

Οι τελευταίες λέξεις του Μάρτυρα καλύφτηκαν από τις άγριες φωνές του ηγεμόνα, που έδινε την εντολή ν' αρχίσουν τα βασανιστήρια, για να υποχρεωθεί ο Άγιος να αρνηθεί την πίστη του τη χριστιανική. Και μια κι ο Ομολογητής ήταν στρατιωτικός η πρώτη εντολή ήταν να του αφαιρεθεί η στρατιωτική στολή και να τον ρίξουν χαμαί στη γη και ν' αρχίσουν να τον κτυπούν.
Εννέα στρατιώτες άρπαξαν τα μαστίγια τους και με μανία ασυγκράτητη άρχισαν να μαστιγώνουν τον Μάρτυρα μέχρι που κουράστηκαν. Η γη κοκκίνισε από το άλικο αίμα, ενώ ο Άγιος δόξαζε τον Θεό, που τον αξίωσε να υποφέρει για χάρη του.

Την πρώτη προσταγή ακολούθησε δεύτερη πιο σκληρή και πιο οδυνηρή. Οι δήμιοι έφεραν εκεί μπροστά μια τάβλα σιδερένια, κάτω από την οποία άναψαν ξύλα πολλά μέχρι που το σίδερο κοκκίνισε. Πάνω στα πυρωμένα εκείνα σίδερα οι δήμιοι άπλωσαν τον Μάρτυρα γυμνό. Τα μάτια όλων με αγωνία κοιτούσαν το ματωμένο κορμί που γυμνό ρίχτηκε στα καυτά σίδερα. την αγωνία ακολούθησε σε λίγο η έκπληξη. Και τούτη ο θαυμασμός. Το περιστατικό με τους τρεις Παίδες στην «κάμινον του πυρός την καιομένην» επαναλήφθηκε ξανά. Η πυρωμένη τάβλα μόλις δέχθηκε πάνω της του Μάρτυρα το κορμί κρύωσε. Η φλόγα της σκορπίστηκε. Κι ο Άγιος έμεινε όλως διόλου ανεπηρέαστος κι άτρωτος. Τα πλήθη που παρακολουθούσαν με συγκρατημένη την αναπνοή τα γενόμενα, ξέσπασαν σε σιγανές και δειλές επευφημίες. Κατάπληκτος κι ο άρχοντας, για ν' αποφύγει άλλον εξευτελισμό, διέταξε να ρίξουν τον θαρραλέο κι άτρομο Ομολογητή στη φυλακή, για να συνέλθει.
Ένα υγρό και παγερό δωμάτιο της σκοτεινής φυλακής δέχτηκε τον Μάρτυρα.

Εκεί τον άφησαν να περάσει τη νύκτα. Ο Άγιος αφού προσευχήθηκε θερμά κι ευχαρίστησε τον Θεό για τη σωτηρία του αποκοιμήθηκε.

Ξάφνου στον ύπνο του είδε κάποια στιγμή το κελί της φυλακής να φωτίζεται μ' ένα ιλαρό φως κι έναν άγγελο λευκοντυμένο να έρχεται και να στέκεται στο προσκέφαλο του: «Μη φοβάσαι τα δεινά, γνήσιε δούλε του Χριστού, του είπε. Μη τα φοβάσαι. Ο Χριστός είναι κοντά σου. Βλέπει τα δάκρυα σου και τα σπογγίζει. Με τη χάρη Του θα νικήσεις τον αντίπαλο και θα τον εξευτελίσεις». Ο Άγιος ξύπνησε. Συνεπαρμένος από τα αγγελικά τα λόγια σηκώθηκε. Και με φωνή τρεμουλιαστή απ' τη συγκίνηση ψιθύρισε. «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεό μου, και εισήκουσέ μου». (Ιων. β', 3). Ναι! τον εισήκουσε. Γιατί πάντα ο Πανάγαθος Θεός ακούει κι απαντά στις προσευχές των παιδιών Του, που γίνονται μ' ευλάβεια και προσοχή και πίστη.

Το πρωί, σαν οι φύλακες άνοιξαν το κελί της φυλακής βρήκαν τον Άγιο να προσεύχεται. Χωρίς αργοπορία τον πήραν και τον οδήγησαν μπροστά στον άρχοντα, που περίμενε καθισμένος σε πολυτελή θρόνο. Γύρω του αξιωματικοί και στρατιώτες και πλήθος κόσμου περίμεναν να δουν τη συνέχεια.

Στην αρχή ο Περσεντίνος φόρεσε τη μάσκα της καλοσύνης και της ψευτοευγένειας και δέχθηκε τον Μάρτυρα με μια υποκριτική λύπη για όσα τάχατες συνέβησαν την προτεραία:
- Έλα Ρηγίνε, του είπε, σαν πλησίασε. Έλα, σε παρακαλώ να θυσιάσεις, τούτη τη στιγμή στους θεούς, για να τους εξευμενίσεις. Άλλαξε γνώμη γρήγορα και μη με αναγκάσεις να κάμω κάτι που δεν θέλω σε σένα τον διαλεχτό και γενναίο μου στρατιώτη.
Κι ο Άγιος, που κατάλαβε αμέσως την παγίδα που ο σατανάς ζητούσε να του στήσει με την πρόταση που του έκαμνε ο άρχοντας, απήντησε:
- Τα λόγια σου δεν με ξεγελούν. Οι απειλές σου δεν με φοβίζουν. Τα Βασανιστήρια κι ο θάνατος δεν με τρομάζουν. Τα περιφρονώ όλα. τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι ποτέ! Κάμε ό,τι θέλεις!

Η απάντηση του Μάρτυρα δημιούργησε θύελλα στην ψυχή του Περσεντίνου. Κατάλαβε πως άδικα χάνει τα λόγια του κι άλλαξε γνώμη. «Να αρχίσουν νέα μαρτύρια», είπε. «Να ριχτεί στη θάλασσα ο υβριστής των θεών μας»...

Οι δήμιοι άρπαξαν τον ομολογητή, τον έβαλαν μέσα σ' ένα σάκο που τον έκλεισαν και τον βούλωσαν με μολύβι και τον παρέδωσαν σε ναύτες να τον ρίξουν στη θάλασσα. Οι ναύτες έσπευσαν να εκτελέσουν την εντολή.

Μπήκαν σ' ένα καράβι, προχώρησαν αρκετά μίλια από τη στεριά, πέταξαν τον σάκο με το παλικάρι στα βαθιά νερά κι αμέριμνοι γύρισαν πίσω.
Δεν πρόφτασαν όμως να ασφαλίσουν το καράβι στο λιμάνι και τι βλέπουν; τον Άγιο να βγαίνει από τα νερά, σχεδόν μαζί τους, ενώ τα πλήθη ξεσπούσαν με θάρρος σε επευφημίες και χριστιανική ομολογία.
Τι είχε συμβεί;

Μόλις οι ναύτες έρριψαν τον σάκο με τον μάρτυρα στη θάλασσα, ο σάκος ξεσκίστηκε κι ο μάρτυρας βρέθηκε δίπλα σε δύο δελφίνια που τον πήραν απάνω τους και τον έβγαλαν στην ακρογιαλιά. Το θαύμα του κήτους με τον Ιωνά επαναλήφθηκε. Αλήθεια! Μέγας ο Θεός των χριστιανών. «Μέγας ο Θεός των χριστιανών» φώναξαν και τα πλήθη που στεκόντουσαν στην ακρογιαλιά και παρακολουθούσαν. Πίστεψαν στον Χριστό, τον ομολόγησαν κι έγιναν χριστιανοί.

Ο ανίερος άρχοντας μανιασμένος με όσα έβλεπε να γίνονται μπροστά του διέταξε να κλείσουν τον Άγιο στη φυλακή. Μαζί του έκλεισαν και τον Ορέστη, τον συστρατιώτη του, γιατί κι αυτός άρχισε να κηρύττει πια με παρρησία τον Χριστό. Επίσης κι όλους τους άλλους που ομολόγησαν πίστη στον αληθινό Θεό. Ευλογημένα τα σκοτεινά κελιά της φυλακής που δέχθηκαν τους μάρτυρες κι ομολογητές. Σκοτεινά τα κελιά. Φως οι ένοικοι. Φως η πίστη τους. Φως η ζωή τους. Φως οι ψυχές τους. Φως! άπλετο φως ξεχυνόταν μέσα τους και γύρω τους από. Εκείνο που με παρρησία διακήρυξε: «Εγώ είμι το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ' έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. η', 12).

Μέσα στη φυλακή ο μάρτυρες περνούν τη νύχτα με προσευχές και ύμνους δοξολογίας στον Λυτρωτή. Η αυγή τους Βρήκε να προσεύχονται, όταν ξαφνικά ένας άγγελος τους έλυσε τα δεσμά κι άνοιξε τις πόρτες της φυλακής. «Ακολουθήστε με, τους είπε γλυκά». Κι οι Άγιοι τον ακολούθησαν μέχρι την ακρογιαλιά. Απ' εκεί ο καθένας τράβηξε όπου τον φώτισε ο Κύριος.

Οι άγιοι Ρηγίνος και Ορέστης με μερικούς άλλους μπήκαν σ' ένα καράβι που ταξίδευε στην Κύπρο. Εδώ σαν έφτασαν, βγήκαν και σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη όπου ασκήτευσαν. Οι άγιοι Ρηγίνος και Ορέστης προχώρησαν προς τα μέρη της Νεαπόλεως (Λεμεσού) κι ήλθαν και κατοίκησαν στη γνωστή τότε κώμη Φασούλα. Εκεί έξω από την κώμη έστησαν το ασκητήριό τους, που σε λίγο καιρό έγινε κέντρο ιεραποστολής. Κάποια μέρα, μας λέει ο συναξαριστής, τους πήραν οι ειδωλολάτρες κι αφού τους υπέβαλαν σε τρομερά βασανιστήρια ύστερα τους αποκεφάλισαν. Έτσι οι μάρτυρες πλήρωσαν με το αίμα τους την αγάπη τους στον Χριστό και την ομολογία τους. Τη νύχτα μερικοί ευλαβείς χριστιανοί μαθητές τους πήραν τα άγια λείψανα και τα έθαψαν με τιμές σ' ένα τάφο ψάλλοντες: «Μακαρία η γη η πιανθείσα τοις αίμασιν υμών και άγιαι αι σκηναί αι δεξάμεναι τα σώματα υμών».
Πέρασαν χρόνια! Η ευλογημένη γη της Νήσου των Αγίων κράτησε μυστικό τον τόπο που τα άγια σκηνώματα των Μαρτύρων είχαν αποτεθεί. Κάποια μέρα οι Άγιοι φανερώθηκαν σ' ένα ευλαβή ιερέα με όραμα κι αυτός, αφού πήγε κι έσκαψε στον τόπο που του υποδείχθηκε, βρήκε την ιερή λάρνακα με τα μαρτυρικά λείψανα και τα ονόματα των Αγίων γραμμένα με πολλή τέχνη από πάνω. Πλήθη πιστών προσέτρεξαν στο άκουσμα, να προσκυνήσουν τον θησαυρό και να λάβουν τη θεοδώρητο χάρη τους. σε λίγο ένας υπέροχος ναός
. Δυστυχώς ο ναός εκείνος είναι σήμερα μισογκρεμισμένος. στήθηκε εκεί, ζωντανό δείγμα της ευσέβειας των κατοίκων της πολυπόθητης νήσου. Αλλά και ευλαβές προσκύνημα των χιλιάδων πιστών που προστρέχουν για να προσκυνήσουν τη μυροθήκη των λειψάνων τους.
Τα θαύματά τους συνεχίζονται και σήμερα τόσο στη Φασούλα όπου βρίσκεται ο τάφος τους, όσο και στην Τρεμιθούσα της Πάφου και στο χωριό Απλίκι της Λευκωσίας όπου ο ναός είναι αφιερωμένος στη μνήμη τους.
Με πίστη ας πάμε κι εμείς νοερά ως εκεί, κι αφού γονατίσουμε μπροστά στη λάρνακα που κράτησε στοργικά τα ιερά λείψανα, ας ψάλλουμε με τον υμνωδό ευλαβικά:

Την δυάδα τιμήσωμεν, των μαρτύρων εν άσμασι,
της Τριάδος έχουσαν την λαμπρότητα,
τους θεμέλιους της Πίστεως, τα άνθη τα πνέοντα,
την οσμήν την αληθή, της Θεού επιγνώσεως,
τον Ρηγίνον τε, και συν τούτω τον μέγαν τε Ορέστην,
ως πρεσβεύοντας απαύστως, υπέρ ημών τον φιλάνθρωπον.

Απολυτίκιο Ήχος δ'
Μαρτύρων σύλλογος νυν ευφραίνεται- αγγέλων άσμασι μεγαλύνομεν, την μνήμην υμών άγιοι- άπαντες μελωδούντες και πιστώς εκβοώντες, χαίροντες της Τριάδος, Δυάς μαρτύρων και κλέος- Ρηγίνε και Ορέστα, υπέρ ημών αεί πρεσβεύετε.

Εξήγηση: Η φάλαγγα των μαρτύρων χαίρει και αγάλλεται τούτη τη στιγμή. με άσματα αγγελικά υμνούμε κι εμείς και δοξολογούμε, άγιοι, τη μνήμη σας. Όλοι μας μελωδούμε και με χαρά και πίστη αναφωνούμε σε σας τη Δυάδα των μαρτύρων, που είσθε η δόξα της Αγίας Τριάδος. Ρηγίνε και Ορέστη, σας παρακαλούμε, πρεσβεύετε πάντοτε στον Κύριο και για μας.
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Η Αγία Νίνα

 
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

΄Ηχος πλ α’ . Τον συνάναρχον λόγον


‘Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι
ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος
Παρακλήτου παμφαέστατον’ όθεν τιμώντες σε πιστώς,
Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν’ ημών
τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.

+ + + + + + + + + + + +
 


Ισαπόστολος της Γεωργίας και εξαδέλφη του Αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Γεννήθηκε στα τέλη του 3ου αι. στην Καππαδοκία. Κατάγονταν από αριστοκρατική οικογένεια. Πατέρας της ο Ζαβουλών, φημισμένος στρατιωτικός στην αυτοκρατορική αυλή της Ρώμης. Μητέρα της η Σωσσάνα, αδελφή του Πατριάρχου Ιερουσαλύμων Ιουβενάλιου.

Όταν η Αγία Νίνα έγινε δώδεκα χρονών, οι γονείς της αποφάσισαν να αφιερώσουν την υπόλοιπη ζωή τους στο Θεό. Πούλησαν όλη τους την περιουσία τους και την μοίρασαν στους φτωχούς. Ο Ζαβουλών έφυγε και εξαφανίστηκε στην έρημο του Ιορδάνου. Η Σωσσάνα όμως, έφυγε στα Ιεροσόλυμα και από τον επίσκοπο αδελφό της τοποθετήθηκε διακόννισα, στον ιερό ναό της Αναστάσεως του Κυρίου, για να φροντίσζει τις φτωχές και άρρωστες γυναίκες. Την Αγία Νίνα παρέδωσαν στη ευλαβέστατη γερόντισσα Νιοφόρα για να την αναθρέψει.

Η Αγία Νίνα έμαθε καλά την Αγία Γραφή και τα λειτουργικά κείμενα. Όταν έμαθε την ιστορία του άρραφου χιτώνα, άρχισε να προσεύχεται στην Υπεραγία Θεοτόκο να την αξιώσει να προσκυνήσει τον χιτώνα του Κυρίου. Η Παναγία εισάκουσε τις προσευχές της και δίνοντάς της στο χέρι έναν σταυρό κατασκευασμένο από κληματόβεργες, για να την προστατέψει από ορατό και αόρατο εχθρό, της είπε να πάει στη Γεωργία να κυρήξει το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού και να βρει τον άρραφο χιτώνα Του. Όταν ξύπνησε η Αγία Νίνα, είδε να κρατά στο χέρι της, στην πραγματικότητα, τον σταυρό, ο οποίος φυλάσσεται επαργυρωμένος μέχρι σήμερα στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην Σιών, στην Τιφλίδα της Γεωργίας.

Με την βοήθεια αυτού του Ιερού Σταυρού, δοσμένο από τα χέρια της Παναγίας μας, κήρυξε η Αγία Νίνα το Ευαγγέλιο και βρήκε επίσης τον άρραφο χιτώνα. Έκανε θαύματα πολλά, πίστεψε ακόμα και ο ειδωλολάτρης βασιλεύς Μίριαν από θαύμα που έκανε και στον ίδιο, και ζήτησε μαζί με την Αγία Νίνα, από τον Μέγα Κωνσταντίνο στο Βυζάντιο, ομάδες μορφωμένων Ορθόδοξων Ιερέων, να πάνε στην Γεωργία και να βαπτίσουν όλον τον λαό της, 5.000.000 κατ. στους ποταμούς Κούρα και Αράγβι, και να θεμελιώσουν την εκκλησία του Χριστού.

Μετά από πολλά γόνιμα χρόνια αποστολικής διακονίας, παρέδωσε το πνεύμα της ειρηνικά στα χέρια του Χριστού, στις 14 Ιανουαρίου, πιθανότατα του έτους 338, και σε ηλικία εξήντα επτά ετών, αφού πρώτα παρήγγειλε να ταφεί στο φτωχικό καλύβι όπου βρισκόταν εκείνη την ώρα. Ο βασιλιάς, ο επίσκοπος και όλος ο λαός, θρηνώντας για το θάνατο της μεγάλης αθλήτριας της πίστεως, θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανό της στον καθεδρικό ναό της Μτσχέτα. Παρ’όλες τις προσπάθειές τους όμως δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το φέρετρο της Αγίας από τον τόπο της εκλογής της. Έτσι την έθαψαν εκεί στην ταπεινή της καλύβα, στο χωριό Μπόντμπε. Αργότερα ιδρύθηκε γυναικεία μονή προς τιμήν της. Ο Πανάγαθος Θεός δόξασε την Αγία Νίνα διατηρώντας το σώμα της άφθαρτο.

Τον πρώτο καιρό της Ορθοδοξίας στην Γεωργία, τον έσπειρε ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και ο Σίμων ο Κανανίτης από την εποχή των Αποστόλων, αλλά η πραγματική νίκη του Χριστιανισμού πραγματοποιήθηκε περί τα μέσα του 4ου αι. μέσω της Ισαποστόλου Αγίας Νίνας.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Νίνας εδώ στην Ελλάδα, κτίζεται τώρα στην Αιδηψό Ευβοίας, στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, μαζί με της μητέρας του Αγίου, της Αγίας Πολυχρονίας.


Στις 17 Σεπτεμβρίου ’98, παρουσιάστηκε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας στην κόρη μου και αποφάσισαν οι γιατροί να μας στείλουν στην Λοζάνη της Ελβετίας για εγχείρηση.

Εγώ έπαθα τόσο μεγάλο σοκ, που η μόνη μου παρηγοριά ήταν η εκκλησία της Ορθοδοξίας μας. Έπεφτα στα γόνατα μπροστά στις εικόνες του Χριστού μας και της Παναγίας μας, και με δάκρυα στα μάτια, τους παρακαλούσα να πάνε όλα καλά.

Στις 25 Οκτωβρίου ημέρα Κυριακή, ξύπνησα στις 7 το πρωί και με ξαναπήρε για λίγο ο ύπνος, όπου αισθάνθηκα να μου έρχεται μια φωνή από την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στα Σούρμενα, και να μου λέει: Ξύπνα να πας στην εκκλησία, σε περιμένει η Αγία Νίνα.

Παρόλο που η φωνή με καλούσε από την συγκεκριμένη εκκλησία που ανέφερα, ενώ εμείς μένουμε στην Αργυρούπολη, εγώ και η κόρη μου, πήγαμε να εκκλησιαστούμε στην Αγία Παρασκευή της Ηλιούπολης, γιατί έτσι είχαμε προγραμματίσει από το Σάββατο. Αφού σχόλασε η εκκλησία, αρχίσαμε να ψάχνουμε με την κόρη μου στις εικόνες και όλη την αγιογράφηση στους τοίχους για να δούμε αν υπάρχει Αγία Νίνα. Δεν την βρήκαμε πουθενά και πήγα και ρώτησα τον ιερέα της εκκλησίας να μου πει αν ξέρει να υπάρχει Αγία με αυτό το όνομα. Υπάρχει, μας λέει, και είναι Ρωσίδα, αλλά εδώ στην εκκλησία δεν έχουμε την εικόνα της. Γυρίζουμε στο σπίτι και το απόγευμα πηγαίνω στην εκκλησία των Σουρμένων απ’ όπου μου ήρθε η φωνή. Ψάχνω, μα και εκεί δεν την βρίσκω. Ρωτώ την νεωκόρο μήπως την έχουν μέσα στο ιερό της εκκλησίας, όχι, μου λέει, πρώτη φορά ακούω γι’ αυτήν την Αγία...
Φεύγω απογοητευμένη μουρμουρίζοντας « που θα σε βρω Αγία Νίνα, πώς θα μάθω τον βίο σου; ». Πηγαίνω στην Ρώσικη εκκλησία στην Φιλελλήνων στην Αθήνα, ούτε εκεί υπήρχε, ούτε και στην Μητρόπολη.

Στις 4 Νοεμβρίου που ετοιμάζαμε τα χαρτιά μας για την Ελβετία, στην πλατεία Βάθης μας σταματάει κάποια κυρία και μας ρωτάει: «το θέλετε αυτό το βιβλιαράκι; Είναι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας». – «Και βέβαια το θέλουμε» της λέω κια σχεδόν της το άρπαξα από το χέρι. Το βάζω στην τσάντα μου και γυρίζοντας στο σπίτι μετά από δυο-τρεις ώρες με το λεωφορείο, σκέφτηκα, μια που βρήκα θέση να του ρίξω μια ματιά.
Η συγκίνησή μας μόλις αντικρίσαμε το όνομα της Αγίας Νίνας δεν περιγράφεται!!
Μέσα σε τόσο λίγες μέρες, (11 μέρες) μου έστειλε και το μήνυμά της και φρόντισε τόσο γρήγορα να μου στείλει το βιβλίο με τον βίο της για να την μάθω.
Κλαίγαμε οικογενειακώς στο σπίτι από την συγκίνηση που μια τόσο μεγάλη Αγία, Ισαπόστολος της Ορθοδοξίας μας, μας καταδέχθηκε και ξέραμε πια ότι θα’ναι κοντά μας στις δύσκολες μέρες που περνούσαμε.
Μετά από λίγες μέρες, πηγαίνω στον εσπερινό της εκκλησίας αυτής που μου ήρθε η φωνή αυτή, και ενώ έβλεπα πολύ καιρό να’χουν σκαλωσιές μέσα, είχα την εντύπωση ότι φρεσκάρανε την αγιογράφηση, γιατί όλων των Αγίων τα ενδύματα ήταν τελειωμένα.
Μόνο τα πρόσωπά τους ήταν άφτιαχτα.

Αφού τέλειωσε ο εσπερινός, γυρίζω δεξιά στον τοίχο και βλέπω αγιογραφημένους τον Άγιο Ραφαήλ, την Αγία Ειρήνη και τον Άγιο Νικόλαο. (Αυτούς έχω για προστάτες μου εδώ και 8 χρόνια. Με τον ίδιο τρόπο της Αγίας Νίνας και ο Άγιος Ραφαήλ μου έστειλε την φωνή του από την εικόνα του που έχω στο σπίτι μου και μου ζήτησε όταν θέλω να προσευχηθώ, να ζητώ Αυτόν. Ήξερε ότι θα μου συμβούν πάρα πολλά και φρόντισε να με προετοιμάσει ώστε να μη πανικοβληθώ, ξέροντας πια ότι είναι κοντά μας. Από τότε έρχεται στον ύπνο μου και μου δίνει λύσεις σε διάφορα προβλήματά μου).
Κατασυγκινημένη, μόλις τους είδα αγιογραφημένους, γυρίζω και ρωτώ την νεωκόρο:
-«Τους είχατε εδώ αγιογραφημένους τους Αγίους μου κι’ εγώ τώρα τους βλέπω;»
-«Δεν τους είχαμε. Χθες τους τελείωσε ο αγιογράφος» μου είπε.
- «Δηλαδή τις αγιογραφήσεις, χαμηλά στους τοίχους, τώρα τις κάνετε;»
-«Ναι, και τώρα αγιογραφεί τα πρόσωπά τους» μου απάντησε.

Ακριβώς αυτήν την στιγμή κατάλαβα ότι αυτό ήθελε και η Αγία Νίνα. Να αγιογραφηθεί και αυτή. Γι’ αυτό μου έστειλε την φωνή της από αυτήν την εκκλησία.
Αμέσως πήγα και κουβέντιασα για όλα αυτά με τον ιερέα της εκκλησίας που ούτε και αυτός την ήξερε μέχρι τότε. Με άκουσε με υπομονή, και τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

Διάβασε το βιβλιαράκι με τον βίο της, και θαυμάζοντάς την μου είπε:
«Μεγάλη Αγία! Ισαπόστολος, σαν την Αγία Φωτεινή! Ελάτε αύριο να μιλήσετε με τον αγιογράφο να μας την αγιογραφήσει». Πηγαίνω την επομένη και αφού διάβασε το βίο της ο αγιογράφος, μου λέει: «Αυτήν εδώ θα αφιερώσουμε στην Αγία Νίνα, γιατί αυτά τα ρούχα ταιριάζουν σε Ισαπόστολο». Και δεν βρίσκω καθόλου τυχαίο το ότι ακριβώς σε εκείνο το σημείο καθόμουν και προσευχόμουν. Επίσης δεν βρίσκω καθόλου τυχαίο το ότι η εγχείρηση της κόρης μου στην Ελβετία, έγινε στις 14 Ιανουαρίου, ανήμερα της εορτής της Αγίας Νίνας.
Όλα τα είχε προβλέψει η μεγάλη αυτή Αγία και ήταν δίπλα μας και πήγαν όλα, δόξα τω Θεώ, πάρα πολύ καλά.

Αυτή είναι η ορθοδοξία μας που με όλα αυτά που σας γράφω και άλλα πολλά που δεν γίνεται να σας κουράσω ακόμη περισσότερο, μπαίνω μέσα σε εκκλησία και διαλύω από αγάπη για τον Χριστό μας, την Παναγία μας, και όλους μα όλους τους Αγίους μας που πρεσβεύουν για μας. Με όλα αυτά που μου έχουν συμβεί, έχω πιστέψει ακόμη πιο πολύ πως όταν τους ζητήσουμε κάτι με πολύ πίστη, οι ουρανοί είναι ορθάνοιχτοι, ακούν τις προσευχές μας και είναι δίπλα μας πιστοί βοηθοί και προστάτες μας. Θα τους ευγνωμονώ σε όλη μου τη ζωή και θα τους δοξάζω με πολύ συγκίνηση, πολύ πίστη και πάρα πολύ αγάπη.


ΤΟΥΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ
 
ΑΠΟΛΥΤ. ΑΓ.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΣ
Ζωήν την αιώνιον επιποθσύσα
Σεμνή, φθαρτών κατεφρόνησας
Κια ηδονών κοσμικών,
Χριστόν αγαπήσασα
Όθεν Πολυχρονία, συν υιώ
Γεωργίω, θείω τροπαιοφόρω,
Μαρτυρίου μετέσχες διό σε
Μακαρία πίστει γεραίρομεν.
ΑΠΟΛΥΤ. ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής
και των φτωχών υπερασπιστής,
ασθενούντων ιατρός, βασιλέων
υπέρμαχος, τροπαιοφόρε
μεγαλομάρτυς Γεώργιε,
πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ


Agios Artemios copy.jpg (38371 bytes)

       Γεγονός μαρτυρημένο από την ιστορία και την προσωπική πείρα του καθενός αποτελεί ότι για την επιτέλεση του χρέους μας έχουμε ανάγκη από ηθικά ερείσματα και φωτεινά πρότυπα, που επέδειξαν θάρρος ανυποχώρητο, προκειμένου να υπερασπισθούν ανώτερες αξίες και ιδανικά, που αγωνίσθηκαν με καρτερία, χωρίς συμβιβασμούς, που υπηρέτησαν τα αγαθά της αγάπης, της ειρήνης της ευνομίας, της ελευθερίας και θυσίασαν τη ζωή τους για την πίστη στον αληθινό Θεό.
    Ο άγιος Αρτέμιος ήταν στολισμένος με τις αρετές αυτές και γι' αυτό καθιερώθηκε ως προστάτης της Ελληνικής Αστυνομίας .

    Ο άγιος έζησε την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου και ήταν αυτόπτης μάρτυς της εμφανίσεως του σημείου του Τιμίου Σταυρού στον ουρανό με τη προτροπή προς τον αυτοκράτορα "εν τούτω νίκα».
    Υπήρξε άνθρωπος ευγενής, χαρακτήρας δυνατός, με καθαρή σκέψη, που είχε συνείδηση των προβλημάτων της εποχής του και αληθινό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και την πρόοδό του.
    Πηγή όμως των μεγάλων του χαρισμάτων ήταν η βαθιά χριστιανική του πίστη για την οποία και καυχιόταν. Εκτιμώντας τα μεγάλα του χαρίσματα ο άγιος εκείνος αυτοκράτορας, ο Μέγας Κωνσταντίνος, τον διορίζει ανώτερο διοικητή σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας.
    Δέχεται ο Αρτέμιος την ευθύνη σαν να του την ανέθεσε ο ίδιος ο Θεός και εργάζεται άοκνα για την ευνομία, την ειρήνη και την ασφάλεια των πολιτών. Όπου υπηρέτησε αποδείχθηκε άξιος μεγάλης εμπιστοσύνης και προσέφερε έργο άξιο κάθε επαίνου.
    Ήλθε όμως ο καιρός που στο θρόνο της Kωνσταντινουπόλεως ανέβηκε ο lουλιανός, που έμεινε στην ιστορία με την προσωνυμία "παραβάτης». 
    Ο νέος αυτοκράτορας  συλλαμβάνει και θέτει σε εφαρμογή, το σχέδιο επαναφοράς της λατρείας των ειδώλων σε όλη την αυτοκρατoρία . Θέλει να γυρίσει πίσω την ιστορία.
Πραγματoπoιει μάλιστα ο ίδιος περιοδείες στο κράτος για να επιβάλει τις ιδέες του.
    Έτσι έρχεται στην Αντιόχεια, όπου υπηρετούσε ως ανώτερος Διοικητής ο Αρτέμιος.
    Ο Ιουλιανός  οργανώνει εκδηλώσεις μέσα από τις οποίες προσπαθεί να διασύρει το Χριστιανισμό και την Εκκλησία. Διατάζει να υποβάλουν σε βασανιστήρια τους χριστιανούς.  Αυτήν ακριβώς τη στιγμή σήμανε η ώρα του χρέους για τον Αρτέμιο, ο οποίος ως ανώτερος διοικητής ήταν παρών. Το προσωπικό του συμφέρον  (η εύνοια του βασιλιά),  το μεγαλείο του αξιώματος,  έρχονται αντιμέτωπα με το καθήκον της υπερασπίσεως του δικαίου. Και ο Αρτέμιος, ήταν μεγάλος. Δεν ήταν ένας υπαλληλίσκος που απλώς εκτελούσε εντολές κοιτάζοντας το συμφέρον και το "βόλεμά» του, όπως ίσως θα έκαναν οι σύγχρονοί του αξιωματούχοι. Είχε συναίσθηση της ευθύνης του. Υψώνει λοιπόν το παράστημα του και με θάρρος λέει στον αυτοκράτορα: "Πώς τολμάς, βασιλιά, να χρησιμοποιείς την παρανομία; Τι κακό σου έκαναν οι Χριστιανοί και ζητείς την εξόντωση τους; Δε γνωρίζεις ότι είναι οι καλύτεροι πολίτες του κράτους σου;»  Σαν πληγωμένο θηρίο αντέδρασε ο lουλιανός.  Ώστε έτσι; Ένας αξιωματούχος του τολμούσε να τον ελέγξει δημόσια; Τον καθαιρεί αμέσως από το αξίωμα του και τον υποβάλλει σε φοβερά βασανιστήρια.
    Στο συναξάρι του διαβάζουμε τα εξής: «Αμέσως τον άρπαξαν οι δορυφόροι και αφού τον γύμνωσαν τον παρέδωσαν στα χέρια των δημίων, οι οποίοι αφού του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια τον τέντωσαν στα τέσσερα  σημεία του ορίζοντα και άρχισαν να τον χτυπούν με χοντρές λουρίδες από δέρμα βοδιού (μαστίγιο) στην κοιλιά και στη ράχη μέχρι που κουράστηκαν και αντικαταστάθηκαν τέσσερις φορές. Το αίμα είχε κοκκινίσει τη γη... Εκείνος όμως, παρά τους αφόρητους πόνους, ούτε στεναγμό, ούτε κάποιο λόγο είπε και το πρόσωπο του  φαινόταν ήρεμο και γαλήνιο» (Βίκτωρος, Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξης Εκκλησίας).
    Τίποτα δεν κατέβαλε το γενναίο φρόνημα και την αδούλωτη ψυχή του Αρτεμίου. Ο lουλιανός διατάσσει τον αποκεφαλισμό του. Εκείνος δέχεται το θάνατο μένοντας πιστός στο θέλημα του Θεού, που είναι η Αγάπη και η Δικαιοσύνη. Η τίμια κεφαλή του έπεσε από το ξίφος του δημίου, αλλά η ψυχή του πέταξε στο θρόνο του Θεού για να δώσει την καλή απολογία και να πάρει από τα χέρια του Δικαίου Κριτή το στεφάνι της δόξας.
    Ο θάνατος του Αγ. Αρτεμίου δεν ήταν ήττα. Όχι, ήταν νίκη, θρίαμβος. Ήττα θα ήταν αν υποχωρούσε, αν έμενε αδιάφορος, αν υπέκυπτε στις απειλές, αν υποκρινόταν, αν πρόδιδε Εκείνον που αγάπησε. Ο Άγιος Αρτέμιος δεν πέθανε. Πέρασε με το θάνατό του στην αιώνια ζωή. Απόδειξη της συνεχούς παρουσίας του τα πολλά θαύματα που επιτελεί από τότε μέχρι σήμερα.

Από το περιοδικό "Αστυνομική Ανασκόπηση"
 
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Εορτή της Οσίας Ευφροσύνης


Εορτή της Οσίας Ευφροσύνης

Γιορτάζουμε σήμερα 25 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης της Οσίας Ευφροσύνης.
Η Οσία Ευφροσύνη έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού (περί το 410 μ.Χ.), ήταν μοναχοκόρη και πολύ πλούσια. Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν ο πλουσιότερος της Αλεξάνδρειας και μαζί με τη σύζυγο του διακρίνονταν για τη θερμή πίστη τους στο Θεό.
Δώδεκα χρονών η Ευφροσύνη έμεινε ορφανή από μητέρα, και ο πατέρας της αφοσιώθηκε ακόμα πιο φιλόστοργα στην επιμέλεια της κόρης του. Όταν η Ευφροσύνη έφθασε στο 18ο έτος της ηλικίας της, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με ένα νέο υψηλής κοινωνικής τάξης.
Όμως την ψυχή της Ευφροσύνης είχε καταλάβει ο θείος έρωτας. Ο γάμος και οι κοσμικότητες θα της ήταν εμπόδιο να αφιερωθεί συστηματικά στην ελεημοσύνη και στην υπηρεσία του πλησίον.

Γι’ αυτό κάποια μέρα, αφού διαμοίρασε τα υπάρχοντά της στους φτωχούς, έφυγε κρυφά από το σπίτι, και μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε μεταμφιεσμένη ανδρικά σε κοινόβιο ανδρικό μοναστήρι. Εκεί πήρε το όνομα Σμάραγδος και όλοι οι μοναχοί θαύμαζαν τον πνευματικό της αγώνα και τη διακονία που πρόθυμα πρόσφερε σε όλους.
Έζησε στο μοναστήρι 38 χρόνια. Στο τέλος της ζωής της συναντήθηκε και με τον πατέρα της, όταν και αυτός έγινε μοναχός στο ίδιο μοναστήρι. Έτσι, με τη ζωή της η Ευφροσύνη μας υπενθυμίζει τα λόγια της Αγίας Γραφής, που λένε: «αρνησάμενοι τάς κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως καί δικαίως καί ευσεβώς ζήσωμεν εν τώ νύν αιώνι» (Προς Τίτον, Β' 12). Δηλαδή, αφού αρνηθούμε τις επιθυμίες του ματαίου και αμαρτωλού αυτού κόσμου, να ζήσουμε στον παρόντα αιώνα με εγκράτεια στη ζωή μας, με δικαιοσύνη προς τους συνανθρώπους μας και με ευσέβεια προς το Θεό.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ως παρθένος φρόνιμη και αδιάφθορος, κοτηγγυήθης οσίως τω Ζωοδότη Χριστώ, και προσκαίρων την χλιδήν εμφρόνως έλιπες, όθεν εν μέσω των ανδρών, ως αμόλυντος αμνάς, εξέλαμψας Ευφροσύνη, και του Βελίαρ τα κέντρα, τη πολιτεία σου απήμβλυνας.









Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή Επιμέλεια: Κυριάκος Διαμαντόπουλος
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Όσιος Κασσιανός

   

















Βιογραφία
Για τον Όσιο αυτόν αναφέρει ο Κύπριος ιστορικός του 15ού αιώνα μ.Χ. Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικό του: «Κοντά στην Αλέκτορα, σ΄ένα μέρος που λέγεται Γλυφία, υπάρχει το μνήμα του Αγίου Κασσιανού καθώς και το λείψανό του και εορτάζεται στις 16 του Σεμτέμβρη».

Τρία περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού Αλέκτορα, (χωριό το οποίο βρίσκεται στο μέσο των επαρχιών Λεμεσού και Πάφου) και συγκεκριμένα στα όρια των χωριών Αρχιμανδρίτας- Πλατανίσκιας- Αλέκτορας, βρίσκεται μια ήσυχη περιοχή, που λεγόταν Γλυφία. Πάνω σ΄ένα λόφο αυτής της περιοχής βρίσκονται τα ερείπια της εκκλησίας του Οσίου Κασσιανού, καθώς και η σπηλιά που ασκήτεψε, στο βόρειο τοίχο της εκκλησίας. Μέσα στην εκκλησία περικλειόταν και η σπηλιά με μικρή πύλη που οδηγούσε σ΄αυτήν. Μέσα στην σπηλιά που φαίνεται μαυρισμένη από τα πολλά κεριά που άναβαν οι πιστοί προς τιμήν του Αγίου τον παλαιό καιρό, βρίσκεται και ένα κοίλωμα στα αριστερά της σπηλιάς χαμηλά που περιτειχίζεται με γύψο, όπως το έφτιαξαν παλαιοί χριστιανοί και φαίνεται μέχρι σήμερα, το οποίο πιστεύεται ότι ήταν η λειψανοθήκη των οστών του Αγίου.

Ο μικρός αυτός ναός, ήταν αγιογραφημένος, όπως αποδεικνύεται από ίχνη τοιχογραφιών που φαίνονται στα αριστερά της κόγχης του ιερού βήματος. Ο Όσιος Κασσιανός πρέπει να ήταν θαυματουργός, γιατί υπήρχε και το λείψανό του, το σώμα του ολόκληρο, όπως αναφέρει ο Μαχαιράς, αλλά και στον ναό του πιθανόν να υπήρχαν (δυστυχώς δεν διεσώθησαν) παραστάσεις με αγιογραφίες από την ζωή και τα θαύματα του.

Περί τα τετρακόσια μέτρα νοτιοανατολικά από το ασκητήριο του, υπάρχει πηγάδι. Το πηγάδι αυτό ύστερα ανοίχθηκε, όπως αναφέρουν κάτοικοι της περιοχής, ενώ τον καιρό του Αγίου υπήρχε το νερό επιφανειακά και διασώζεται το πετρόκτιστο αυλάκι που οδηγούσε το νερό που προμηθευόταν ο Όσιος, πιο κοντά στο ασκητήριο του παραπλεύρως στα νότια του λοφίσκου. Το νερό αυτό μετά την κοίμηση του Αγίου οπωσδήποτε θα εθεωρείτο αγίασμα από τους πιστούς, που κατέφθαναν για να προσκυνήσουν το λείψανό του.
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Ο Άγιος Παρθένιος





Ο Άγιος Παρθένιος γεννήθηκε στο χωριό Βατσουνιά του νομού Καρδίτσας στις αρχές του 18ου αιώνα. Έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ανδρώθηκε σωματικά και ψυχικά στην περιοχή αυτή των Θεσσαλικών Αγράφων, μια περιοχή που στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε μια σημαντική πνευματική παρουσία. Το δυσπρόσιτο της περιοχής δημιουργούσε στους υπόδουλους ένα χώρο καταφυγής, ελευθερίας και δημιουργίας μακρυά από την αφόρητη πίεση του κατακτητή. Πνευματικοί φάροι – απομεινάρια αυτής της περιόδου αποτελούν μέχρι σήμερα τα ιερά μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων.
Οι γονείς του Αγίου απλοί και ταπεινοί άνθρωποι ανάθρεψαν και μετάδωσαν στο γιο τους την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στην Πατρίδα. Κοντά τους έμαθε να ζει την απλοϊκή ζωή των ανθρώπων του μόχθου που ζούσαν καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα.
Καμμιά δουλειά δεν ήταν ντροπή και περιφρόνηση. Γεύτηκε όμως κοντά τους την γνησιότητα της ζωής και την ορθόδοξη παράδοση του γένους όπως τη ζούσαν όλοι οι πιστοί χριστιανοί.
Ο παπάς του χωριού του και αργότερα οι μοναχοί των γύρω μοναστηριών που με ευλάβεια και δίψα ψυχής τα επισκεπτόταν, του έδωσαν τα πρώτα φώτα, τον συνέδεσαν πιο πολύ με την εκκλησία και τον «μύησαν» στην ορθόδοξη πνευματική ζωή.
Η μοναχική του ζωή
Η ζωή των Αγίων της Εκκλησίας μας, το θάρρος και η πίστη των νεομαρτύρων της εποχής του καθώς και η δυνατή παρουσία των δύο μεγάλων αγίων της περιοχής, του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Σεραφείμ Φαναριοφαρσάλων, επιδρούν και στη ζωή του νεαρού Παρθένιου και του εμπνέουν, κάτω από τις φωτισμένες εμπειρίες και νουθεσίες των αγίων μοναχών των Μετεώρων και των γύρω μονών, την επιθυμία και το ζήλο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό.
Έτσι ο Παρθένιος γίνεται δόκιμος και αργότερα μοναχός σε μοναστήρι της περιοχής.
Η ζωή του μοναχού εσταυρωμένη, δύσκολη αλλά και ευλογημένη με περίσσιες πνευματικές χάρες. Η άσκηση, η νηστεία, η προσευχή, η εγκράτεια, η αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο γίνονται με τη χάρη του Θεού οι αρετές που στολίζουν τη ζωή του. Κανέναν δεν παραθεωρεί και τίποτε δεν περιφρονεί. Και εκεί στο μοναστήρι έχει για διακόνημά του την περιποίηση των ζώων, δουλειά που δεν τη θεωρεί κατώτερη και υποβιβασμό, αλλά ευκαιρία και βάθρο για περισσότερη αρετή και ταπείνωση όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο απολυτίκιό του «Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ταπεινώσει πολλῇ…» θυμάται ότι ο πάντων Κύριος καταδέχτηκε να γεννηθεί στο σπήλαιο – στάβλο της Βηθλεέμ και να σπαργανωθεί μέσα στη φάτνη των αλόγων ζώων. Αποδιωγμένος από τους ανθρώπους βρήκε παρηγοριά στη ζεστή φιλόξενη γωνιά των δύο ζώων.
Ο μοναχός Παρθένιος προκόβει στην πνευματική ζωή και γίνεται φωτεινό παράδειγμα για όλους. Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη των πατέρων της μονής ο Παρθένιος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας τη διακονία των μυστηρίων του Θεού και απολαμβάνοντας τη χάρη του υψηλού υπουργήματος της Ιερωσύνης.
Στην επισκοπή Ραδοβισδίου
Εκτιμώντας τα προσόντα και την αγία του ζωή η Εκκλησία ανέδειξε τον Παρθένιο σε επίσκοπο Ραδοβισδίου. Ο λύχνος τοποθετήθηκε στη λυχνία κατά τον λόγο του Κυρίου για να φωτίζει όλους του πιστούς και να τους καθοδηγεί στην αρετή και στην αγιότητα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε με συντομία στην Επισκοπή Ραδοβισδίου. Η επισκοπή Ραδοβισδίου περιλάμβανε το δυτικό τμήμα της Αργιθέας και το Β.Α. τμήμα του σημερινού νόμου της Άρτας, το Ραδοβύζι (τότε επαρχία Δρυοπίας) και αποτελούνταν από τους Δήμους Ηρακλείας (Κάτω Ραδοβύζι) με κέντρο το Βελεντζικό και Τετραφυλίας (Άνω Ραδοβύζι). Στην περιοχή αυτή ανήκουν σήμερα τα χωριά: Ζυγός, Μαρκινιάδα, Μελάτες, Παναγία Διασέλλου, Σκουλικαριά, Βελεντζικό, Μεσόπυργος, Μεγαλόχαρη, Αστροχώρι, Καστανιά, Ελάτη, Τετράκωμο, Μεσούντα, Κάψαλα, Μηλιανά και Πηγές με τους συνοικισμούς τους.
Η επισκοπή «Ραδοβισδίου» αναφέρεται πρώτη φορά στο τακτικό Β΄ του Ιωάννη Τσιμισκή (972-976), εποχή κατά την οποία αυξήθηκε ο αριθμός των επισκοπών. Καταλάμβανε δε την 16η θέση από τις 28 που υπάγονταν στη Μητρόπολη Λαρίσης. Δεύτερη φορά αναφέρεται, ως Ραδοβιστίου, στο Τακτικόν Α΄ του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) κατέχοντας την 15η σειρά από τις 25 επισκοπές της Λαρίσης και τρίτη φορά αναφέρεται σε Πατριαρχικό σιγίλλιο του 1371. Η επισκοπή εξακολουθεί να υφίσταται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πολλούς δε επισκόπους της γνωρίζουμε από τους κώδικες των Μητροπόλεων Λαρίσης και Τρίκκης.
Η επισκοπή Ραδοβισδίου καταργήθηκε το 1830 και η περιοχή της δόθηκε λίγο αργότερα στη Μητρόπολη Άρτας τμήμα της οποίας αποτελεί και σήμερα.
Έδρα της επισκοπής ήταν αρχικά τα Βραγγιανά Αργιθέας και αργότερα το χωριό Βελεντζικό που την εποχή της Τουρκοκρατίας βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πριν τον χαλασμό του 1854 αριθμούσε γύρω στις 830 οικογένειες και είχε 9 ναούς.
Αναλαμβάνοντας το μέγιστο αυτό αξίωμα της Αρχιερωσύνης ο Άγιος Παρθένιος επιδίδεται τώρα πιο πολύ στη διακονία του Ευαγγελίου και του ποιμνίου του. Νύχτα και μέρα αγωνιζόταν για την πνευματική του προκοπή. Μα πιο πολύ τώρα αγωνιζόταν ο ίδιος να γίνεται πρότυπο αγίας ζωής για όλους σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή του Τιμόθεο επίσκοπο Εφέσου. «Τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ». Η αυστηρή νηστεία και η αδιάλειπτη προσευχή ήταν τα πιο αγαπημένα του αθλήματα γιατί γνώριζε καλά ότι με αυτά -σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου- ο άνθρωπος «καθαρίζεται», ανακαινίζεται και φέρνει μέσα στην καρδιά του την ειρήνη και τη γλυκειά παρουσία του Κυρίου. Αγαπούσε το Θεό και αυτή η αγάπη ξεχείλιζε όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στην κτίση ολόκληρη και ειδικά στα αγαπημένα του ζωντανά «τα ευλογημένα» όπως ο ίδιος συνήθιζε να τα ονομάζει. Αρκετές ώρες της ημέρας περνούσε κοντά στα κοπάδια των αγελαδικών του χωριού. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τους θερινούς μήνες έβγαινε έξω από το χωριό στη θέση Μπέσελο στην οποία περνούσαν τα κοπάδια για να ποτιστούν. Εκεί καθισμένος σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι κάτω απ’ τον ίσκιο των ελατιών τα παρακολουθούσε, τα ευλογούσε και προσευχόταν για αυτά τα «ευλογημένα» και τους κατόχους τους.
Οι απλοί τσοπάνηδες ήταν γι’ αυτόν «οἱ ἐλάχιστοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί» που δεν τους περιφρονούσε αλλά τους συμβούλευε και με την εμπειρία που είχε τους βοηθούσε στην περιποίηση των ζώων. Θυμόταν πως οι πρώτοι άνθρωποι που αξιώθηκαν να ακούσουν τον αγγελικό ύμνο «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη» και να ευαγγελιστούν από τους αγίους αγγέλους το χαρμόσυνο άγγελμα της ενανθρωπήσεως του Θεού ήταν οι απλοί και ταπεινοί βοσκοί της Βηθλεέμ. Ίσως πολλές φορές και ο Άγιος ακόμη να φρόντιζε μόνος του τα ζώα όπως έκανε με χαρά στο διακόνημά του στη μονή της μετανοίας του. Σίγουρα όμως πολλές φορές με την προσευχή και τον αγιασμό θεράπευε πολλά από αυτά. Γι’ αυτό και μετά θάνατον ο Θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας κατά των νοσημάτων των ζώων και των αγελαδικών.
Στο «Μαρτυρικόν» περί του αγίου Παρθενίου του ιστορικού κώδικα της μονής Δουσίκου διασώζεται επίσης ένα άλλο επεισόδιο από τη ζωή του αγίου που δείχνει τη μεγάλη αρετή και φιλανθρωπία του. Κοντά στην Επισκοπή ζούσε ένας πτωχός άνθρωπος που είχε πέντε παιδιά. Είχε ένα χωράφι σε πετρώδες έδαφος που ο ίδιος λόγω ασθένειας δεν μπορούσε να περιποιηθεί για να αποδώσει καρπό και να θρέψει την οικογένειά του. Ο άγιος που γνώριζε τα προβλήματα και τις ανάγκες των παιδιών του, πήγαινε μεσάνυχτα με το φεγγάρι και προσπαθούσε να καθαρίσει το κτήμα βγάζοντας από κει τις πέτρες μεγάλες και μικρές.
Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού κατάλαβε ότι κάποιος καθαρίζει το κτήμα και μια νύχτα που παραφύλαξε είδε ότι ήταν ο επίσκοπος Παρθένιος. Ο άγιος «του έκανε δεσμό» να μη μαρτυρήσει σε κανένα το γεγονός και υποσχέθηκε ότι αυτός θα τον βοηθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά του.
Το κήρυγμα του Αγίου είχε δυο στόχους: Πρώτα να τονώσει την πίστη των ανθρώπων στο Θεό και να τους κατευθύνει στη βασιλεία Του την Ουράνια και δεύτερο να διαφυλάξει ακέραιη και ανόθευτη την ταυτότητα του βασανισμένου ρωμιού, τον Ελληνισμό δηλ. και την Ορθοδοξία. Συνεργάζεται γι’ αυτό με τους καπεταναίους του φημισμένου αρματολικιού των Ραδοβιζίων και με τους μοναχούς και λογίους της περιοχής για την παιδεία και την ανάπτυξη των πνευματικών του παιδιών. Γίνεται έτσι ο πνευματικός πατέρας και διδάσκαλος της περιοχής που στηρίζει και δίνει φτερά στις ψυχές των υπόδουλων να δώσουν -και όπως πραγματικά το έδωσαν- ακόμα και το αίμα τους όταν θα ερχόταν η ώρα του ξεσηκωμού.
Κατά την παράδοση ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περνώντας από την περιοχή αυτή συναντήθηκε με τον Άγιο Παρθένιο (μέχρι σήμερα οι κάτοικοι του χωριού δείχνουν το τόπο της συναντήσεώς τους), συζήτησαν τα μεγάλα προβλήματα των υπόδουλων και μαζί επισκέφθηκαν το μοναστήρι της Ροβέλιστας ένα από τους λαμπρούς πνευματικούς φάρους από τότε μέχρι και σήμερα. Η μονή της Ροβέλιστας – υπαγόταν στον επίσκοπο Ραδοβισδίου – αποτελούσε κέντρο συνάντησης των αρματολών του αρματολικιού του Ραδοβισδίου και αντίστασης στον κατακτητή. Στο χώρο της επίσης λειτουργούσε σχολείο από τους πατέρες της μονής με πλούσια βιβλιοθήκη. Για τη δράση του αυτή το μοναστήρι καταστράφηκε από τους Τούρκους πολλές φορές και χάθηκε η πλούσια βιβλιοθήκη του.
Το τέλος της ζωής του
Η όλη ζωή και παρουσία του Αγίου Παρθενίου δεν άφησε ανενόχλητο τον κατακτητή. Γι’ αυτό και ο Άγιος σύμφωνα με μία παράδοση τιμωρήθηκε, καταδικάστηκε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο για να συναριθμηθεί στη χορεία των Οσίων και νέων μαρτύρων Ιεραρχών της Εκκλησίας μας. Σύμφωνα όμως με άλλη παράδοση κοιμήθηκε οσιακώς την 21 Ιουλίου του 1777 και ετάφη πίσω από το Ιερό Βήμα του Επισκοπικού ναού των Αγίων Αναργύρων.
Η ανακομιδή των λειψάνων του
Μετά από 35 περίπου χρόνια οι κάτοικοι του χωριού αποφάσισαν να κάνουν εκταφή του λειψάνου του Αγίου για να ενταφιάσουν ένα από τους διαδόχους του, τον επίσκοπο Καλλίνικο. Έτσι την 21 Ιουλίου του 1810, μια μέρα καλοκαιρινή και πολλή καυστική, άνοιξαν τον τάφο του. Άρρητη ευωδία πλημμύρισε όλο το χωριό και τη γύρω περιοχή και από τον καταγάλανο ουρανό άρχισε να πέφτει λεπτή βροχή. Οι κάτοικοι θεώρησαν το γεγονός αυτό «σημείο» παρά του Θεού και απόδειξη αγιότητας του Αγίου Παρθενίου. Με ευλάβεια περισυνέλεξαν τα άγια λείψανα και τα τοποθέτησαν στην αγία Τράπεζα του ναού των Αγίων Αναργύρων.
Οι οικείοι του Αγίου όταν έμαθαν τα συμβάντα ζήτησαν να παραλάβουν τα άγια λείψανά του. Οι κάτοικοι του Βελεντζικού αρνήθηκαν να παραδώσουν τον ανεκτίμητο θησαυρό τους, τα λείψανα του αγίου επισκόπου τους και κατέφυγαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να διευθετήσει τη διαφορά. Το Πατριαρχείο έκρινε να παραμείνει η αγία κάρα στο Βελεντζικό – έδρα της επισκοπής – και τα άλλα λείψανα να δοθούν στους οικείους όπως και έγινε.
Στον ιστορικό κώδικα της μονής Δουσίκου αναφέρεται ότι τα λείψανα μοιράστηκαν σε πολλά μέρη. Δυο- τρία μέρη έφερε στη μονή ο ηγούμενος Κυπριανός, όπως διαβάζουμε σε ιδιόχειρο σημείωμα του σκευοφύλακα της μονής Χατζή- Γεράσιμου που βρέθηκε τυλιγμένο μαζί με άγια λείψανα: «Ἐδῶ ἔχω τυλιγμένα δίου λίψανα τοῦ ἁγίου Παρθενίου Ραδοβεσδίου 1858 ἔτους. ὁ τοῦ Δουσίκου σκευοφύλαξ Χατζη-γεράσιμος ἐπιβαιῶ. Τὰ ὕφερεν ὁ κς Κυπριανός ἀπό Βελεντζικό ὁ νῦν ἡγουμενεύοντος ὁς τὶς ἰδίαις χείλεσιν μὲ ὁμολόγησεν». Η σιαγόνα του Αγίου δόθηκε στη μονή Γρηγορίου του Αγίου Όρους από τον Επίσκοπο πρώην Σταγών Αμβρόσιο. Στη λειψανοθήκη επίσης (έτους 1848) του ναού του Αγίου Γεωργίου Κωστακιών (παλιότερα μονή του Αγίου Γεωργίου) έχουμε τη μία κλείδα του Αγίου.
Η τιμή του Αγίου
Η κάρα όμως του Αγίου Παρθενίου αποτελεί το κέντρο ευλάβειας και λατρείας των πιστών προς τον άγιο, που από την ημέρα της ανακομιδής του λειψάνου του γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Ιουλίου με λαμπρή πανήγυρη. Η παλαιά ακολουθία (και κάποια ίσως εικόνα του) προς τιμήν του Αγίου που έγιναν την εποχή εκείνη χάθηκαν στο χαλασμό και τον αφανισμό του χωριού από τους Τούρκους μετά την ατυχή επανάσταση των Ραδοβισδίων το 1854. Σώθηκε μόνο η αγία του κάρα την οποία ο ιερέας του χωριού με κίνδυνο της ζωής του μετέφερε στα χωριά του Βάλτου όπου και κατέφυγε.
Το 1939 με φροντίδα του ηγουμένου της μονής του Δουσίκου –όπου τιμάται επίσης ο Άγιος- π. Συμεών Τσαγόπουλου και του διδασκάλου του Βελεντζικού Γεωργίου Βάκκα, συντέθηκε νέα ακολουθία προς τιμήν του Αγίου από τον αείμνηστο υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη και εκδόθηκε μαζί με το συναξάρι του το 1971 από τον αείμνηστο Μητροπολίτη κυρό Ιγνάτιο τον Γ΄ .
Τιμάται επίσης ο Άγιος και στη γενέτειρά του το χωριό Βατσουνιά της Καρδίτσας.
Πολλά και ποικίλα είναι τα θαύματα που αναφέρονται στον Άγιο από την επίγεια ζωή του μέχρι και σήμερα και πολλοί είναι οι κάτοικοι όλης της περιοχής μέχρι τα χωριά του Βάλτου οι οποίοι ομολογούν και διακηρύττουν τις θαυματουργίες που επιτελεί η άγια του κάρα και ο αγιασμός του Αγίου.
Όλοι όσοι προστρέχουν με ευλάβεια προς τον Άγιο λαμβάνουν τη χάρη και τη δωρεά του που πλουσιοπάροχα πάντοτε έδινε και δίνει στα πνευματικά του παιδιά και τα «ευλογημένα» ζώα.
Ταῖς τοῦ Ἁγίου Παρθενίου πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον Ήχος γ'.
Θείας πίστεως. Νέον καύχημα, της εκκλησίας, ως του πνεύματος, λαμπρόν δοχείον, ανεδείχθης Ιεράρχα Παρθένιε` των αρετών γαρ εργάτης γενόμενος της δωρεάς των Αγίων ηξίωσαι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’.
Ταχὺ προκατάλαβε. Ἀμέμπτως ἐβίωσας, ἐν ταπεινώσει πολλή, Παρθένιε Ὅσιε καὶ θεϊκῶν δωρεῶν, ἀξίως μετέσχηκας. Ὅθεν σου τὴν ἁγίαν, προσπτυσσόμενοι Κάραν, λαμβάνομεν θεραπείας, καὶ ψυχῶν σωτηρίαν διὸ σὲ Ἱεράρχα, ὕμνοις γεραίρομεν.
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Printfriendly

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις Loading...

Το Σύμβολο της Πίστεως

Μήνυμα Ἐβδομάδος

Απόκτησε την γλυκύτητα των χειλέων κατά τους λόγους σου και όλους τους ανθρώπους θα τους έχεις φίλους.

Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Περισσότερα Θέματα

Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος

 
Ευχαριστούμε για την επίσκεψη :
Πνευματικά δικαιώματα © 2011. Η Προσευχή του Χριστού. -Κάθε υπόδειξη, τεκμηριωμένη διόρθωση ή έγγραφη συμπαράσταση είναι ευπρόσδεκτη. Καλώς ήρθες στην Προσευχή του Χριστού.