Best Blogger Tips

SHOW ANNOUNCEMENT ▼

Add Announcement Text here. This is your message box

Καλώς ήρθατε Στην Προσευχή του Χριστού.

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,Τριὰς ἁγία,δόξα σοι.

”Αρκεί το χέρι σου, να σκουπίσει το δάκρυ του αδελφού σου, για να νιώσει παρηγορία!!!Πόσες φορές το κάναμε αυτό;;;”

Οι εκατόν χιλιάδες Άγιοι μάρτυρες

Οι εκατόν χιλιάδες Άγιοι μάρτυρες


Οι εκατόν χιλιάδες Άγιοι μάρτυρες
ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΤΥΦΛΙΔΟΣ

Το 1227 κατέλαβαν την Γεωργία οι Χωράσμιοι με αρχηγό τον Τζαλαλεντίν. Ο εχθρός κατέστρεψε όλη την χώρα, ως και την πρωτεύουσα Τιφλίδα, η οποία αντιστάθηκε ηρωικά αρκετό διάστημα. Ο εχθρός δεν σεβάστηκε τίποτα, άνδρες, γυναίκες, ούτε παιδιά. Για το φρικτό αυτό γεγονός ο Γεωργιανός ιστοριογράφος Ζαμτααγμτσερέλι αναφέρει στις πηγές του: «και μπήκαν με μεγάλη οργή, άρπαξαν τα βρέφη από το στήθος των μανάδων τους, τα έριχναν επάνω σε πέτρες, τα έβγαζαν μάτια και μυαλά και μετά σκότωναν και τις μάνες. Τους ιερείς τους έδεναν στα άλογα και τους έσερναν στους δρόμους. Τους νέους αποκεφάλιζαν. Το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι... ο Τζαλαλεντίν άρχισε να καταστρέφει τις εκκλησίες, και γκρέμισε τον τρούλο του Μητροπολιτικού ναού Σιών για να ανοικοδομήσει εκεί την έδρα του. Εκείνος ο αιμοσταγής διέταξε να βγάλουν τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας που υπήρχαν στην εκκλησία Σιόνι και να τις βάλουν στην είσοδο της γέφυρας και πρόσταζε ο κατακτητής τους Χριστιανούς να προσβάλλουν τις εικόνες πατώντας τες με τα πόδια τους και αρνούμενοι την πίστη τους. Όσοι αρνούνταν να εκτελέσουν την διαταγή του πρόσταξε να αποκεφαλίζονται. Έφερναν πλήθος γεωργιανών κατοίκων, άνδρες, γυναίκες, νέους, εξαναγκάζοντάς τους με αυτό τον τρόπο, να αρνηθούν την Χριστιανική Θρησκεία. Ο πιστός, όμως, λαός ακόμη μια φορά έδειξε την βαθιά  του ευσέβεια στην αγία πίστη του Χριστού και αρνήθηκε να εκτελέσει την διαταγή του κατακτητού, και πολλές χιλιάδες γεωργιανοί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου».
Οι πληροφορίες για το αιματοκύλισμα των γεωργιανών από τους Χωράσμιους σώζονται σε αραβικές και αρμένικες πηγές.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Γεωργίας μνημονεύει στις 31 Οκτωβρίου εκατόν χιλιάδων μαρτύρων.

Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Άγιος Μηνάς

Άγιος Μηνάς


Άγιος Μηνάς
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ
Πρόλογος
Στην ιστορία της Εκκλησίας, αγαπητέ αναγνώστα, έχουν λάμψει εξαιρετικές μορφές Αγίων και Μαρτύρων που την ελάμπρυναν με τα κατορθώματά τους τα υπεράνθρωπα. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, παιδιά και άνδρες και γέροι κατάλευκοι, διαφόρου μορφώσεως και κοινωνικής τάξεως, επαγγέλματος και καταγωγής, από τον ίδιο πόθο και τα ίδια ιδανικά κινούμενοι, έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού.

Μεταξύ όλων αυτών των πολυαρίθμων ταγμάτων των Μαρτύρων, είναι και η τάξις των στρατιωτικών. Μεγάλες μορφές όπως οι μεγαλομάρτυρες Δημήτριος, Γεώργιος, Ευστάθιος, Μερκούριος, Μηνάς κ.ά. κατέδειξαν ότι δεν έχει καμμιά σημασία η εργασία και η απασχόλησι η καθημερινή για την αγιότητα και την Χριστιανική ζωή γενικώτερα.

Το Πνεύμα το Άγιον «όπου θέλει πνει». (Ιωαν. γ' 8). Ανεξαρτήτως εποχής, τόπου και εθνικότητος, ηλικίας και φύλου. Επομένως και σήμερα, που η κοινωνία μας έχει ανάγκην κυρίως αγίων, αυτό πρέπει να γίνη ο διακαής πόθος μας και το ύψιστον ιδανικόν, ο αγιασμός μας, η ανάπτυξι αγίων, που θ' αποτελέσουν τα πρότυπα για το ηθικό ανέβασμα της κοινωνίας μας και των νέων μας ειδικώτερα.
ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΗΝΑ
Εγκαταλείπει το στράτευμα.
Ο Άγιος Μηνάς έζησε στην εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού και καταγόταν από την Αίγυπτο, οι δε γονείς του ήταν ειδωλολάτρες.

Όταν ενηλικιώθηκε, γράφτηκε στην τάξι των στρατιωτικών. Υπηρέτησε στα βασιλικά στρατεύματα, στα Νούμερα (στρατιωτικά τάγματα) τα λεγόμενα Ρουταλικά, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκο, στο Κοτυάειο της Φρυγίας.

Εκείνο τον καιρό ο Ταξίαρχος Φιρμηλιανός μάζεψε στρατιώτες και επήγε στην Μπαρμπαριά -έτσι ωνομαζόταν τότε η Β. Αφρική- για να την υπερασπίση από εχθρούς. Μαζί με τους στρατιώτες, που πήρε, ήταν και ο Άγιος Μηνάς, που ξεχώριζε τόσο για την ανδρεία του όσο και για τη φρόνησί του.

Κάποια ημέρα δόθηκε διαταγή από το βασιλιά οι στρατιώτες να συλλαμβάνουν τους Χριστιανούς και να τους βασανίζουν μέχρι ν' αρνηθούν την πίστι τους. Ο Μηνάς εμίσησε αυτό το ασεβές πρόσταγμα και αφήνοντας τη στρατιωτική ζωή έφυγε και ανέβηκε στο βουνό, όπου ήταν πάνω από το Κοτυάειο.

Προτίμησε να ζη με τα θηρία, παρά να βρίσκεται με τους εχθρούς του Χριστού ειδωλολάτρες. Εκεί έμεινε αρκετό καιρό καθαρίζοντας συνεχώς τον εαυτό του με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Άναψε στην καρδιά του ο πόθος της ομολογίας και του μαρτυρίου.
Ομολογία ενώπιον του ηγεμόνος.
Μια μέρα, λοιπόν, που είχαν μεγάλο πανηγύρι οι ειδωλολάτρες, κατέβηκε από το βουνό και μέσα στο πλήθος κήρυξε το Χριστό Θεό αληθινό, λέγοντας:
- Μάθετε καλά, ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός, αυτά δε που σεις λατρεύετε είναι ξύλα αναίσθητα.

Όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω του γεμάτοι απορία για το πώς τόλμησε αυτός μόνος να παρουσιασθή μπροστά. Όσοι πάλι ήσαν κρυφοί Χριστιανοί χάρηκαν για το θάρρος του Αγίου. Οι ειδωλολάτρες έπιασαν τον Άγιο και κτυπώντάς τον τον έφεραν μπροστά στον ηγεμόνα της πόλεως Πύρρο.

Ο Πύρρος σεβάστηκε τον Άγιο εξ αιτίας της ηλικίας του -ήταν τότε πενήντα ετών- και της σεβασμίας μορφής του. Τον ρώτησε, λοιπόν, με ημερότητα:

- Ποιος είσαι, άνθρωπέ μου, από πού είσαι και ποια είναι η θρησκεία σου;

- Πατρίδα μου είναι η Αίγυπτος, αποκρίθηκε ο Άγιος, ονομάζομαι Μηνάς και ήμουν κάποτε στρατιώτης. Επειδή όμως είσθε ασεβείς και ειδωλολάτρες, άφησα το στράτευμα και πήγα στο βουνό. Τώρα δε ήλθα να παρουσιασθώ μπροστά σε όλους και να ομολογήσω την πίστι μου στον Χριστό, για να με ομολογήση και εκείνος σαν δούλο του στην βασιλεία των ουρανών, όπως το λέγει και μόνος του: «Όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς».

Θυμωμένος ο Πύρρος από την απάντησι, διατάζει την φυλάκισι του Μηνά μέχρι να σκεφθή πως θα τον θανατώση.

Το άλλο πρωί, αφού είχε τελειώσει πλέον η εορτή, έφερε πάλι ο ηγεμόνας τον Άγιο μπροστά του και τον κατηγόρησε για δύο λόγους: Πρώτα διότι άφησε την υπηρεσία του βασιλιά στο στρατό και δεύτερο επειδή τόλμησε να μιλήση με ασέβεια εμπρός σε τόσο πλήθος κατά την διάρκεια της εορτής.

Ο Άγιος τότε με θάρρος προσπάθησε ν' απολογηθή:

- Ναι, άρχοντα, έτσι πρέπει να ομολογούμε φανερά και με θάρρος και να μην φοβούμεθα, καθώς εκείνος είπε: «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι' 28), αλλά να τον κηρύττωμε με την καρδιά και με τα λόγια, όπως ο Απόστολος Παύλος μας δίδαξε λέγοντας: «Καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι' 10).

- Βλέπω, Μηνά, ότι δεν είσαι νέος άμυαλος, για να μην καταλαβαίνης το συμφέρον σου. Βρίσκεσαι πλέον σε γεροντική ηλικία. Μη φανής ανόητος και αφήσης τη γλυκειά ζωή προτιμώντας τον θάνατο. Σκέψου φρόνιμα και θα τιμηθής από τον βασιλιά, αλλά και οι θεοί θα σε συγχωρήσουν και ας τους ύβρισες χθες.

Ο Άγιος γέλασε μ' αυτά τα λόγια και αποκρίθηκε:

- Τίποτα δεν είναι ικανό να με χωρίση από την αγάπη του Χριστού μου, ούτε τιμές, αλλά ούτε και βασανιστήρια. Δοκίμασε, αν θέλης, και θα δης.
Βασανιστήρια σκληρά
Τότε ο Πύρρος με πολύ θυμό λέγει στους στρατιώτες:
- Πιάστε αυτόν τον ασεβή και τεντώστε τα μέλη του και κτυπήστε τον αλύπητα, για ν' απολαύση ό,τι ζητάει.

Δυο και τρεις φορές άλλαξαν οι στρατιώτες, επειδή εκουράζοντο, αλλά ο Άγιος καρτερικά υπέμενε, ώστε όλοι απορούσαν και τον θαύμαζαν.

Κάποιος παλιός φίλος του Αγίου, στρατιώτης, που λεγόταν Πηγάσιος, βλέποντας το καταπληγωμένο σώμα του Αγίου, τον πλησίασε και του λέγει:

- Δεν βλέπεις, Μηνά, ότι διαλύθηκε το σώμα σου από τις πληγές; Θέλεις να πεθάνεις άδικα; Πες, ότι θα θυσιάσης και ο θεός σου θα σε συγχωρήση, γιατί βλέπει ότι δεν το κάνεις με τη θέλησί σου.

Ο Άγιος τότε με ιερή αγανάκτησι του απαντά:
- «Απόστητε απ' εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ψαλμ. στ' 9). Φύγε από μένα εχθρέ της αλήθειας που δεν είσαι φίλος. Εγώ τον Χριστό μου μόνο λατρεύω και θα με δυναμώση να υποφέρω τις πληγές.

Βλέποντας ο Πύρρος το άκαμπτο φρόνημα του Αγίου διέταξε να τον δέσουν ψηλά σε ξύλο όρθιο και με σιδερένια νύχια να του σχίζουν τις σάρκες του. Ενώ ο Άγιος υφίστατο αυτό το σκληρό μαρτύριο, ο άρχοντας τον περιέπαιζε λέγοντας:

- Κατάλαβες, Μηνά, καθόλου πόνο στο σώμα σου, ή θέλεις να σου προσθέσωμε κι άλλες τιμωρίες για να χαρής περισσότερο;

- Τι νομίζεις, άρχοντα, ότι με τέτοια παιγνίδια θα με αποσπάσεις από την ορθή πίστι; αποκρίνεται ο Μηνάς.

- Άφησε την κακή επιμονή, Μηνά, και δήλωσε υποταγή στον βασιλιά Μαξιμιανό, τον συμβουλεύει ο Πύρρος.

- Δεν αρνούμαι εγώ, άρχοντα, τον αιώνιο και ουράνιο Βασιλιά για να υποταχθώ στο φθαρτό και γήινο.

Βλέποντας ο Πύρρος την σταθερότητα του Αγίου προσπαθεί με άλλον τρόπο να τον κερδίση.
- Ποιος είναι αυτός ο αιώνιος βασιλιάς, Μηνά;

- Ο Ιησούς Χριστός είναι, ο Υιός του Θεού, εις τον οποίον υποτάσσεται γη και ουρανός.

- Και δεν ξέρεις ότι γι' αυτό το όνομα οργίζονται οι αυτοκράτορες και διατάζουν να τιμωρούμε χωρίς έλεος;

- Αν οργίζωνται οι αυτοκράτορες, εμένα δεν με στενοχωρεί, ούτε το σκέπτομαι. Εγώ έχω ένα σκοπό να πεθάνω ομολογώντας το Χριστό, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η' 35).

Στη συνέχεια ο Μάρτυρας υπομένει σειρά βασανιστηρίων. Του τρίβουν το πληγωμένο σώμα με τρίχινο ύφασμα ή του καίουν τα μέλη με αναμμένες λαμπάδες. Τα λόγια του κατά την ώρα των φοβερών μαρτυρίων είναι:

- Σήμερα βγάζω τα δερμάτινα ενδύματα της αμαρτίας και παίρνω το φωτεινό ένδυμα της βασιλείας του Θεού. Έχω τον Χριστό μου βοηθό, που είπε να μην φοβούμεθα «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι».

Ο Πύρρος απορούσε με την συμπεριφορά του μάρτυρος και του λέγει:

- Πες μου, Μηνά, από πού σου ήλθε τόση σοφία και απαντάς έτσι εσύ ένας στρατιώτης συνηθισμένος σε πολέμους και σφαγές;
- Ο Θεός μου μου δίνει την σοφία για να ελέγχω την ασέβειά σας. Αυτός είπε: Όταν πάτε μπροστά σε τυράννους για το όνομά μου μη σκεφθήτε τι θα πήτε, διότι θα σας δοθή εκείνη την ώρα σοφία»η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. κα' 15).
- Εγνώριζε ο Χριστός σας, ότι πρόκειται οι Χριστιανοί να τιμωρηθήτε από μας; ρωτά ο Πύρρος.
- Επειδή είναι αληθινός Θεός, βεβαίως το εγνώριζε.
Ο άρχοντας δεν ήξερε πλέον τι άλλο να πη και προσπαθεί πάλι να επιτύχη το σκοπό του λέγοντας:
- Άφησε τα μάταια λόγια, Μηνά, και διάλεξε ένα από τα δύο: ή την φιλία σου με μας κερδίζοντας την ζωή σου, ή την ομολογία στο Χριστό σου κερδίζοντας τον θάνατο.
Και ο Άγιος:
- Με τον Χριστό μου ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα.
- Σε λυπάμαι, Μηνά, να σε θανατώσω. Έχεις μια ώρα ακόμα να σκεφθής και να αποφασίσης για την σωτηρία σου.
- Και δέκα χρόνια να μ' αφήσης δεν πρόκειται να αποφασίσω κάτι άλλο από αυτό: να κηρύττω τον Χριστό μου Θεό αληθινό και να ονομάζω τους δικούς σας θεούς ξύλα και δαιμόνια.
Μαρτυρικό τέλος του Αγίου.
Τα βασανιστήρια συνεχίσθηκαν σκληρότερα μέχρι που ένας από τους στρατιώτες του άρχοντα που λεγόταν Ηλιόδωρος, συμβούλευσε τον Πύρρο λέγοντας:
- Αφέντη μου, οι Χριστιανοί, όπως και συ ξέρεις, είναι πολύ επίμονοι και δεν αλλάζουν γνώμη. Για να απαλλαγής, λοιπόν, απ' αυτόν, διάταξε να τον αποκεφαλίσουν.

Ο Πύρρος συμφώνησε και έδωσε εντολή για την θανάτωσι με αποκεφαλισμό.

Ενώ εβάδιζε ο Άγιος για τον τόπο της καταδίκης του, είπε σε μερικούς κρυφούς Χριστιανούς, που ακολουθούσαν:
- Σας παρακαλώ μετά τον θάνατό μου να πάρετε το σώμα μου και να το πάτε στην πατρίδα μου την Αίγυπτο.
Μόλις έφθασαν στο καθωρισμένο μέρος, ο Μάρτυρας ύψωσε τα χέρια του και προσευχόμενος έλεγε:

- Σ' ευχαριστώ, Κύριε, γιατί με αξίωσες να γίνω κοινωνός των παθημάτων. Σ' ευχαριστώ γιατί με κράτησες σταθερό στην ομολογία μου. Σε παρακαλώ, παράλαβε την ψυχή μου στην βασιλεία Σου.

Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του Αγίου. Τον αποκεφάλισαν στις 11 Νοεμβρίου. Το σώμα του και το κεφάλι του το έρριξαν στη φωτιά. Ό,τι απέμεινε το πήραν οι Χριστιανοί και το πήγαν στην Αίγυπτο, κατά την παραγγελία του Αγίου.
Θαύματα.
Ο Μεγαλομάρτυρας Μηνάς έλαβε την χάρι να κάνη θαύματα, μερικά από τα οποία αναφέρομε:
1) Κάποιος Χριστιανός πλούσιος υποσχέθηκε να δωρίση ένα δίσκο αργυρό στην εκκλησία του Αγίου. Πήγε, λοιπόν, στον χρυσοχόο και του είπε να κατασκευάση δύο δίσκους και να γράψη επάνω στον ένα το όνομα του Αγίου και στο άλλο το δικό του. Όταν πήγε να τους πάρη, είδε ότι του Αγίου ήταν ωραιότερος, τον κράτησε, λοιπόν, χωρίς να σκεφθή, για δικό του.

Ταξιδεύοντας στην θάλασσα του έφερε ο υπηρέτης του, ενώ έτρωγε, τον δίσκο του Αγίου με φαγητά. Όταν τελείωσε το γεύμα ο υπηρέτης πήρε τον δίσκο για να τον πλύνη στη θάλασσα, του έφυγε όμως από τα χέρια του και έπεσε στο βυθό. Ο υπηρέτης φοβήθηκε και έπεσε κι αυτός στη θάλασσα για να τον βρη. Βλέποντας αυτά ο αφέντης του κατάλαβε το σφάλμα του και έλεγε:

- Αλλοίμονό μου, επειδή κράτησα το δίσκο του Αγίου έχασα και τον δούλο μου. Θεέ μου, σε παρακαλώ να βρω έστω το λείψανο του δούλου μου και να προσφέρω δυο δίσκους στον Άγιο.
Βγήκε από το πλοίο και έψαχνε στην παραλία ελπίζοντας να δη το νεκρό δούλο του. Τότε βλέπει τον υπηρέτη του ζώντα να βγαίνη από τη θάλασσα κρατώντας τον δίσκο του Αγίου.
Όλοι όσοι ταξίδευαν με το πλοίο είδαν το θαύμα και εδόξασαν τον Θεό. Ο δε δούλος διηγήθηκε τα εξής:

- Μόλις έπεσα στη θάλασσα ήλθαν και με πήραν τρεις άνδρες. Ο ένας ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία και φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν πολύ νέος και ο τρίτος ήταν διάκονος. Αυτοί από τον βυθό με ωδήγησαν μέχρι την παραλία.

Οι τρεις εκείνοι άνθρωποι ήταν ο Άγιος Μηνάς, ο νέος ήταν ο Άγιος Βίκτωρ και ο διάκονος ο Άγιος Βικέντιος, οι οποίοι μαρτύρησαν την ίδια ημέρα (11 Νοεμβρίου). Ο Άγιος Βίκτωρ στις 11 Νοεμβρίου του 160, ο Άγιος Βικέντιος στις 11 Νοεμβρίου του 235 και ο Άγιος Μηνάς στις 11 Νοεμβρίου του 296.

2) Άλλοτε πάλι ήρθαν στον Ναό του Αγίου ένας χωλός και μια γυναίκα βωβή, για να ζητήσουν θεραπεία. Κατά τα μεσάνυχτα ενώ κοιμόντουσαν, παρουσιάζεται ο Άγιος στο χωλό και του λέγει:
- Τώρα που είναι ησυχία πήγαινε και πάρε το σκέπασμα της βωβής και θα γίνης καλά.
Τραβώντας το σκέπασμα ο χωλός ετρόμαξε η βωβή και εφώναξε κατηγορώντας τον χωλό, εκείνος πάλι ντροπιάσθηκε και έφυγε τρέχοντας. Έτσι θεραπεύθηκαν και οι δύο.

3) Κάποιος Εβραίος είχε φίλο κάποιο Χριστιανό, στον οποίον εμπιστευόταν χρήματα όταν επρόκειτο να ταξιδέψη. Μια φορά, λοιπόν, του άφησε πεντακόσια νομίσματα. Όταν γύρισε ο Εβραίος ο Χριστιανός αρνήθηκε λέγοντας:

- Αυτή τη φορά δεν μου άφησες τίποτα. Τι μου ζητάς λοιπόν;

Ο Εβραίος ξαφνιάστηκε από την συμπεριφορά του φίλου του και του πρότεινε:

- Για να διαλυθή αυτή η αμφιβολία, επειδή δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας όταν σου παρέδωκα τα χρήματα, να πάμε στο Ναό του Αγίου Μηνά να δηλώσης με όρκο, ότι δεν πήρες τα πεντακόσια νομίσματα.

Πήγαν λοιπόν, χωρίς αργοπορία και ο Χριστιανός αρνήθηκε με όρκο. Μόλις βγήκαν από τον Ναό ανέβηκαν στα άλογά τους για να φύγουν. Του Χριστιανού το άλογο ήταν αγριεμένο και σε μια στροφή τον έρριξε κάτω. Δεν κτύπησε αλλά έχασε το κλειδί του και τη χρυσή σφραγίδα του. Συνέχισαν τον δρόμο τους και σταμάτησαν κάπου για να φάνε.

Ενώ έτρωγαν βλέπει ο Χριστιανός τον δούλο του να έρχεται τρέχοντας κρατώντας στο ένα χέρι το κλειδί και τη σφραγίδα του και στο άλλο το βαλάντιο με τα χρήματα του Εβραίου.
Έκπληκτος ο Χριστιανός ρώτησε τον υπηρέτη του:
- Τι είναι όλα αυτά;
Και εκείνος αποκρίθηκε:
- Κάποιος γρήγορος καβαλάρης ήλθε στην κυρία μου και δίνοντάς της το κλειδί και την σφραγίδα σου της είπε: «Στείλε γρήγορα το βαλάντιο του Εβραίου στον άνδρα σου για να μην κινδυνεύση η ζωή του.
Ο Εβραίος χαρούμενος και ο Χριστιανός μετανοιωμένος για την πράξι του γύρισαν στον Ναό και ο μεν Εβραίος παρακαλούσε να βαπτισθή, ο δε Χριστιανός ζητούσε συγχώρησι για τον ψεύτικο όρκο του.
4) Κατά το έτος 1826, την εποχή του τρόμου και των σφαγών, οι Τούρκοι του Ηρακλείου Κρήτης ενόμισαν ότι κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλώσουν την μανία τους κατά των Χριστιανών ήταν η ημέρα του Πάσχα, 18 Απριλίου, οπότε θα εύρισκαν μαζεμένους τους Χριστιανούς στον Μητροπολιτικό ναό, που έφερε το όνομα του Αγίου Μηνά.

Κατά την ώρα που διαβαζόταν το Ευαγγέλιο κύκλωσαν οι άπιστοι τον ναό με σκοπό να αρχίσουν την σφαγή. Ξαφνικά όμως κάποιος γέρος εμφανίζεται έφιππος και τρέχει γύρω από την εκκλησία με γυμνό ξίφος διώχνοντας τους εχθρούς. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, επειδή καταλήφθηκαν από περίεργο φόβο. Έτσι ο Μεγαλομάρτυς Μηνάς έσωσε τους πιστούς.

Οι Τούρκοι έκαναν σύγχυσι και ενόμισαν ότι ο Άγιος ήταν ο πρώτος των προκρίτων, που τον έστειλε ο Διοικητής της πόλεως για να μεταιώση τη σφαγή. Πήγαν, λοιπόν, στο Διοικητή και διαμαρτυρήθηκαν. Αυτός όμως δεν γνώριζε τίποτε, διεπιστώθη δε ότι ο πρώτος των προκρίτων δεν είχε φύγει καθόλου από το σπίτι του εκείνη τη νύχτα. Έτσι το θαύμα διαδόθηκε από τους ίδιους τους Τούρκους, πολλοί από τους οποίους κάθε χρόνο προσέφεραν και δώρα στον Άγιο.

Γι' αυτό το θαύμα έγινε σύσκεψι μεταξύ των επισκόπων Αρκαδίας Μαξίμου, Σητείας Μελετίου και Πέτρας Δωροθέου και θεσπίσθηκε κάθε χρόνο την Τρίτη της Διακαινησίμου να εορτάζεται το θαύμα. Αυτήν την ημέρα, που θεωρείται η δεύτερη ετήσια εορτή του Αγίου, εκτίθεται σε προσκύνησι στην Μητρόπολι το άγιο λείψανο.

5) Άλλο θαύμα του Αγίου έγινε κατά τις δύσκολες ημέρες του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1939-1945). Μετά την κατάκτησι της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος λίγος Ελληνικός στρατός πέρασε στην Αίγυπτο, πατρίδα του Αγίου, και από εκεί συνέχισε να μάχεται για την απελευθέρωσι της σκλαβωμένης Ελλάδος.

Σπουδαία ήταν η μάχη του Ελ Αλαμέιν (1942), όταν οι συμμαχικές δυνάμεις ανέκοψαν την πορεία του Ρόμμελ. Το όνομα του Ελ Αλαμέιν είναι Αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά, πήρε δε αυτό το όνομα διότι εκεί βρίσκεται Ναός του Αγίου Μηνά και υπάρχει και η παράδοσι ότι εκεί ήταν και ο τάφος του Αγίου.

Όταν, λοιπόν, οι στρατιές του Ρόμμελ εβάδιζαν κατά της Αλεξανδρείας, έφθασαν στο Ελ Αλαμέιν και εστρατοπέδευσαν εκείνη τη νύχτα για να επιτεθούν το πρωί. Αυτή τη νύχτα είδαν μερικοί ευσεβείς να βγαίνη από τα ερείπια του ναού αυτού ο Άγιος και να οδηγή καμήλες, όπως ακριβώς εικονίζεται σε μια τοιχογραφία, όταν έσωσε κάποιο καραβάνι.

Τους εχθρούς τους κατέλαβε πανικός και η έκτασις της καταστροφής ήταν μεγάλη.

Αυτό το θαύμα εκτιμώντας οι αλλόδοξοι σύμμαχοι πρόσφεραν στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον τόπο εκείνο για να ξανακτισθή ο Ναός του Αγίου και να ιδρυθή και Μοναστήρι.

Την μνήμη του Μεγαλομάρτυρα Μηνά εορτάζει η Εκκλησία μας στις 11 Νοεμβρίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον
Τους μεγίστους αγώνας του μαρτυρίου σου, καρτεροψύχως ανύσας Μεγαλομάρτυς Μηνά, ουρανίων δωρεών λαμπρώς ηξίωσαι, και θαυμάτων αυτουργός, εκ Θεού αναδειχθείς, προστάτης ημίν εδόθης, και βοηθός εν ανάγκαις, και αντιλήπτωρ εναργέστατος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος δ'. Επεφάνης σήμερον
Της στρατείας ήρπασε της επικήρου, και αφθάρτου έδειξε, σε αθλοφόρε κοινωνόν, Μηνά Χριστός ο Θεός ημών, ο των Μαρτύρων ακήρατος στέφανος.
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Οι δέκα τρεις Οσιομάρτυρες της Μονής Καντάρας

Οι δέκα τρεις Οσιομάρτυρες της Μονής Καντάρας


Οι δέκα τρεις Οσιομάρτυρες της Μονής Καντάρας
Ορθοδοξία τον 13ο αιώνα στην Κύπρο

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΕΚΑ ΤΡΕΙΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΝΤΑΡΑΣ
 

Το 13ο αιώνα η Κύπρος καταδυναστευόταν από τους τότε κατακτητές της Φράγκους (Λουζινιανούς). Ο Ορθόδοξος κλήρος διωκόταν βάναυσα και ο λαός εταλαιπωρείτο αφάνταστα, για να εξαναγκαστεί να φραγκέψει. Κύριο και ρωμαλέο στήριγμα του λαού στον αγώνα του να μη χάσει την εθνική του αυτοσυνειδησία και την Ορθόδοξη Πίστη του υπήρξαν, Άγιοι Μοναχοί με χαρακτηριστικώτερο παράδειγμα τους 13 Οσιομάρτυρες της Μονής της Παναγίας της Κανταριώτισσας, που βρισκόταν στην οροσειρά του Πενταδακτύλου.

Ηγούμενος της Μονής αυτής ήταν τότε ο Ιωάννης, και τα ονόματα των υπολοίπων ήταν: Κόνωνας, Ιερεμίας, Μάρκος, Θεόκτιστος, Κύριλλος, Βαρνάβας, Μάξιμος, Ιωσήφ, Γερμανός, Γεράσιμος και Γεννάδιος (οι δύο τελευταίοι προέρχονταν από την Μονή Μαχαιρά).
Για την εμμονή τους στην Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση, φυλακίστηκαν από την Λατινική - Παπική εξουσία της Κύπρου στις φυλακές της Λευκωσίας, όπου παρέμειναν για τρία χρόνια, υφιστάμενοι απάνθρωπα και απερίγραπτα μαρτύρια. Τελικά τους καταδίκασαν σε θάνατο, τους ξεφόρεσαν τα άγια μοναχικά «σχήματά» τους, τους έδεσαν τα πόδια σε άγρια άλογα, τους λιθοβόλησαν και κατόπιν τους έσυραν πάνω στις κοφτερές πέτρες της κοίτης του ξεροπόταμου Παδιαίου, χτυπώντας τους ταυτόχρονα χωρίς έλεος με ραβδιά.
Τέλος τα κατακομματιασμένα και καθημαγμένα σώματα των Αγίων τα έριξαν στις φλόγες μεγάλης φωτιάς που άναψαν, και με αυτόν τον τρόπο τελειώθηκαν. Έτσι παρέδωσαν στα χέρια του Θεού τη μακάρια ψυχή τους και δέχτηκαν απ΄Αυτόν τριπλούς τους στεφάνους: Των Οσίων, των Ομολογητών και των Μαρτύρων.
Η ημέρα της τελείωσής τους ήταν η 19η Μαΐου του έτους 1231. Ο μαρτυρικός θάνατος των 13 αυτών Οσιομαρτύρων και Ομολογητών σε όλους μας και σε όλους τους αιώνες διασαλπίζει ότι η διαφορά Ορθοδοξίας και Παπισμού (Ρωμαιοκαθολικισμού) δεν είναι καθόλου παρωνυχίδα, όπως θέλουν πολλοί να την παρουσιάζουν. Από θεολογικής και σωτηριολογικής απόψεως η διαφορά αυτή είναι τόσο μεγάλη, όση ακριβώς είναι η απόσταση που χωρίζει τον Παράδεισο από την Κόλαση. Γι΄αυτό ακριβώς το λόγο προτίμησαν οι Άγιοι Μοναχοί το θάνατο, παρά να «εκλατινίσουν», έστω και κατ΄ελάχιστο, την ατόφια Ορθόδοξη Πίστη τους. Γι΄αυτό η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη τους στις 19 Μαΐου κάθε χρόνο και δοξολογεί τον Θεόν, τον «θαυμαστόν εν τοις αγίοις Αυτού».  
Ορθόδοξος Φιλόθεος μαρτυρία Έκδοσις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Άγιος Παντελεήμων

Άγιος Παντελεήμων


Άγιος Παντελεήμων
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μέσα εις το νέφος των μαρτύρων και αγίων της πίστεώς μας, οι οποίοι έδωσαν την ζωήν των δια την αγάπην των προς τον Χριστόν, περιλαμβάνεται και η μορφή του αγίου Παντελεήμονος.
Νέος, γεμάτος σφρίγος και παλμόν, δύναμιν και θάρρος, εμαρτύρησε δια την Ορθόδοξον Πίστιν του. Με αποφασιστικότητα διεκήρυξε και διελάλησε την αλήθειαν της πίστεώς του εις όλους, όσοι κατά την εποχήν εκείνην ευρίσκοντο εις το βασίλειον του σκότους και του ψεύδους, της ειδωλολατρίας. 
Ηρνήθη να θυσιάση εις τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα και παρ' όλας τας κολακείας του βασιλέως Μαξιμιανού έμεινεν ακλόνητος και επροτίμησε να θυσιασθή και να καταστή έτσι κληρονόμος της ουρανίου Βασιλείας. Είλκυσεν εις τον Χριστόν και την πίστιν του όσους είχαν πραγματικόν πόθον και δίψαν να γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν.
Σου ευχόμεθα, αγαπητέ αναγνώστα να σε εμπνεύση προς μίμησιν η αγία ζωή του Αγίου Παντελεήμονος και η ανάγνωσις του βίου του να γίνη αφορμή δια προσέγγισιν εις την πηγή του φωτός και των ιαμάτων, τον Χριστόν.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»

Ο άγιος αυτός έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, ήτοι περί το 304. Κατήγετο από την πόλιν Νικομήδειαν. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήτο ειδωλολάτρης. Η μητέρα του ωνομάζετο Ευβούλη, και ήτο χριστιανή. Όσην περιποίησιν έκανε ο πατέρας προς τα είδωλα, τόσην προθυμίαν και αγάπην προς την ορθόδοξον πίστιν εδείκνυε η μητέρα του, που με στοργή και αγάπην ανέτρεψε τον υιόν των Παντολέοντα (έτσι τον εί­χαν ονομάσει). Του έδινε όχι μόνον υλικήν τροφήν, αλλά και πνευματικήν. Όμως απέθανε ενωρίς η ευτυχισμένη Ευβούλη.
Ο Παντολέων αφού έμαθε τα πρώτα γράμμα­τα, εμορφώθη και εις τα Ελληνικά. Αργότερον, αφού έμαθε αρκετά και επροχώρησεν, ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύση εις τον ξακουστόν ιατρόν Ευφρόσυνον. Πράγματι ο νέος, ευφυής κα­θώς ήτο, εξεπέρασε τους υπολοίπους συμμαθητάς του εις την επίδοσιν, μέσα εις σύντομον χρονικόν διάστημα.
Ητο πολύ ωραίος εις την όψιν. Εις την ομιλίαν γλυκύς και εις το παράστημα μέτριος και ταπεινός. Ήτο στολισμένος με τας αρετάς, και είχε τόσον καλήν διαγωγήν που διεκρίνετο εις τας συναναστροφάς του από τους συνομηλίκους του. 'Ολοι όσοι τον επλησίαζαν ευχαριστούντο και έ­χαιραν διότι απεκόμιζαν πολλάς ωφελείας.
Ένεκα των αρετών του ο Παντολέων έγινε ξα­κουστός και φημισμένος εις ολόκληρον την Νικο­μήδειαν. 
Αλλά και αυτός ο βασιλεύς, όταν κάποια ημέρα επήγε με τον πατέρα του Ευστόργιον εις το παλάτι και τον είδε, ήρωτησε και έμαθε δια τας αρετάς του Παντολέοντος. Όταν είδε την ορθήν του σκέψιν και τον καλόν του χαρακτήρα, εκάλεσε τον Ευστόργιον και τον παροτρύνε να σπουδάση τον υιόν του όσον το δυνατόν περισσότερον, ούτως ώστε να τον κάνη τέλειον ιατρόν, και εν συ­νεχεία να τον τοποθέτηση μέσα εις το παλάτι του.
Βαπτίζεται Χριστιανός.
Ο άγιος Ερμόλαος ήτο ιερεύς της εκκλησίας της Νικομήδειας την εποχήν εκείνην. Όμως ήτο κρυμμένος εις μίαν οικίαν μαζί με άλλους Χριστι­ανούς, επειδή εφοβούντο τον βασιλέα.
Καθώς λοιπόν έβλεπε τον νέον, που επερνούσε από την οικίαν καθημερινώς δια να πάη εις τον διδάσκαλόν του, διεπίστωσε και αντελήφθη ότι ο νέος αυτός έχει σεμνότητα και ήθος και εξ αυτών έκρινε ότι και η ψυχική του κατάστασις θα ήτο α­γαθή, όπως η αγαθή και καρποφόρος εκείνη γη που αναφέρει το Ευαγγέλιον. 
Ενώ εσκέπτετο ο Ερμόλαος αυτά, ηθέλησε να δοκιμάση και να σαγήνευση τον Παντολέοντα και αφού ήνοιξε την θύραν της οικίας, τον εφώναξε δια να του ειπή κάτι. Ο Παντολέων εισήλθεν εις την οικίαν και ο άγιος τότε τον ηρώτησε περί της κα­ταγωγής του και περί του αντικειμένου της λα­τρείας των (δηλ. σε τι πιστεύουν). Ο νέος απήντη­σεν εις την ερώτησιν με όλην την αλήθειαν, ότι δηλαδή η μητέρα του ήτο Χριστιανή και ο πατέρας του Ειδωλολάτρης. Ο Ερμόλαος και πάλιν τον ηρώτησε λέγων: «Εσύ, παιδί μου, ποίαν θρησκείαν αγαπάς περισσότερον;» Και ο νέος απήντησεν ως εξής: «Όταν εζούσεν η μητέρα μου, με συνεβούλευε καθημερινώς να γίνω χριστιανός. Και εγώ αυτό εποθούσα να γίνω. Η μητέρα μου απέθανε, και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, ο οποίος με αναγκάζει να τον ακολουθώ εις την θρησκείαν και σκοπεύει να μου προσφέρη εις ένδειξιν τιμής θέσιν εις το παλάτι» Τον ξαναρωτά ο Ερμόλαος: «Ποίαν επιστήμην ακολουθείς, παιδί μου;» Και ο Παντολέων απεκρίθη λέγων: «Την Ιατρικήν, σεβα­στέ γέροντα, ακολουθώ. Αυτήν που εδίδαξεν ο Α­σκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και άλλοι σο­φοί. Απ' όλα τα επαγγέλματα εις τον πατέρα μου, ήρεσε αυτό το επάγγελμα. 'Αλλά και ο διδάσκα­λός μου με επληροφόρησε ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θα υπάρχη ασθένεια που να μην μπορώ να την θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος ευρών την κατάλληλον ευκαιρίαν, είπε προς τον νέον: «Πίστευσέ με, παιδί μου, ότι η επιστήμη του Ασκλη­πιού, του Γαληνού και των υπολοίπων σοφών που μου ανέφερες, μικρήν βοήθειαν μπορεί να προσφέρη εις αυτούς που την σπουδάζουν. Αλλά και αυ­τοί οι θεοί που προσκυνεί ο Μαξιμιανός, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδείς μύθοι, που τους πιστεύουν οι ανόητοι. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον εάν πιστεύσης εξ όλης της καρδίας σου, θα ιατρεύσης κάθε νόσον, χωρίς τα ιατρικά βότανα, με μόνην την Χάριν και δύναμιν Εκείνου. Ο Χριστός εφώτισε πολλούς τυφλούς, ανέστησε νεκρούς, εκαθάρισε λεπρούς, εθεράπευσε δαιμονιζομένους και αιμορροούντας, ιάτρευσε δυσθεραπεύτους ασθενείας και έκανε α­μέτρητα θαύματα. Αλλά και σήμερον ο Χριστός ευρίσκεται μεταξύ των πιστών δούλων Του, και τους βοηθεί να τελούν έργα που προκαλούν κατάπληξιν και δέος. Και τους πιστούς Του αυτούς τους καθιστά κληρονόμους της ουρανίου βασιλεί­ας Του». 
Μόλις ήκουσε αυτά ο Παντολέων, ένοιωσε μεγάλην χαράν. Η καρδιά του εγέμισε ευφροσύνην και διεπίστωσεν, ότι όλα όσα τον έλεγεν ο ιερεύς ήσαν αληθή και δίκαια. Και απήντησεν ως εξής: «Άγιε γέροντα, όσα μου είπες τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλές φορές. Την έβλεπα να προσ­εύχεται και να επικαλήται τον Θεόν, που και εσύ κηρύττεις. Τον παρακαλούσε θερμώς να μας φωτίζη και να μας βοηθή».
Αφού ηυχαρίστησε ο Παντολέων, δια την διαφώτισιν και συμβουλήν τον Ερμόλαον έφυγε συνεχίσας τον δρόμον του. Όμως εντυπωσιάσθη από τους λόγους του Ερμολάου και δι' αυτό πολλές φορές ήρχετο και ήκουε την διδασκαλίαν του. Τοι­ουτοτρόπως η πίστις του εις τόν Χριστόν ολίγον κατ' ολίγον ηύξανε.
 
Μίαν ήμέραν ένω επέστρεφε από τόν διδάσκαλόν του, εύρεν εις τον δρόμον ένα παιδί που το εδάγκωσε φαρμακερό φίδι. Το παιδί απέθανε και η έχιδνα που το εδάγκωσε έστεκε πλησίον του. Ο Παντολέων μόλις είδε το συμβάν, ενεθυμήθη τους λόγους του Ερμολάου. Εσκέφθη λοιπόν ως εξής: «εάν ο Χριστός εκπλήρωση την απαίτησί μου ν' αναστηθή το παιδί, και να θανατωθή το φίδι δεν χρειάζομαι άλλην διαπίστωσιν ούτε άλλην απόδειξιν των όσων με εδίδαξεν ο σεβάσμιος γέρων. Μάλιστα θα γίνω αμέσως Χριστιανός». Αφού έ­καμε προσευχήν, το παιδί την ίδια ώρα ανεστήθη σαν να είχε ξυπνήσει από βαθύν ύπνον. Η έχιδνα έγινε κομμάτια και εχάθη. Τότε ο Παντολέων εξ όλης της ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν. Και αφού έστρεψε τα μάτια του προς τον ουρανόν με πολλήν χαράν ευχαρίστησε και εδόξασε τον Κύριον, που τον ελύτρωσε από την πλάνην και από το σκοτάδι των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχων, επήγεν εις τον Ερμόλαον και του ανέφερε το γεγονός και με μεγάλην χαράν του εζήτησε να τον καταστήση τέλειον Χριστιανόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Ο Ερμόλαος με χαράν εδέχθη να τον βάπτιση, επειδή εγνώριζεν ότι το μύρον του Αγ. Πνεύματος θα το έβαζε εις εκλεκτόν σώμα. Αφού τον εβάπτισε τον εκοινώνησε του Δεσποτι­κού σώματος και αίματος και τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της αληθούς μας πίστεως.
Πλησίον του αγίου γέροντος έμεινεν επτά η­μέρας πληρούμενος χαράς και τρεφόμενος με εκεί­να τα μελίρρυτα λόγια. Την ογδόην ημέραν έφυγε και επήγε εις την οικίαν του.
 
Από τότε «φρόντιζε με κάθε τρόπον να επιστρέψη τον πατέρα του εις την αληθινήν πίστιν. Δια τούτο μίαν ημέραν του είπε: «Διατί πατέρα, όσα είδωλα κατεσκευάσθησαν όρθια δεν εκάθησαν ποτέ, και όσα πάλιν κατεσκευάσθησαν καθήμενα ποτέ δεν εσηκώθησαν;». Ο Ευστόργιος δεν ημπό­ρεσε ν' απάντηση εις τον υιόν του και μάλιστα ήρχισε ολίγον κατ' ολίγον να ψυχραίνεται η ευλάβειά του προς αυτά, και δεν εθυσίαζε εις αυτά συχνά, όπως πριν.
 
Ο Παντολέων ευχαριστούσε τον Θεόν, διότι έ­βλεπε και διεπίστωνε την αλλαγήν του πατρός του και παρακαλούσε ασταμάτητα τον θεόν να τον φωτίση και να τον λύτρωση από την πλάνην και την αγνωσίαν το συντομώτερον. Εσκέπτετο να συντρίψη τα είδωλα που ευρίσκοντο εις την οικίαν του, αλλ' όμως δεν ήθελε να λυπήση τον πατέρα του και δεν το έκαμε. Εσκέφθη ότι θα ήτο καλύτερον ο πατέρας του με τα λόγια να πιστέψη εις τον Χριστόν και αφού τον έπειθε, ο ίδιος ο πατέ­ρας του θα συνέτριβε τα είδωλα. «Όπερ και έγι­νε. Ο Θεός ήκουσε την προσευχήν του δούλου Του και οικονόμησε τα πράγματα με κατάλληλον τρό­πον, ώστε να φέρη εις την ευσέβειαν με ένα θαύ­μα τον Ευστόργιον.
Θεραπεύει τον τυφλόν.
Εις την οικίαν του Ευστοργίου έφεραν ένα τυφλόν. Αφού εκτύπησαν την θύραν οι συγγενείς του τυφλού ηρώτησαν εάν ήτο μέσα ο ιατρός Παντολέων. Μόλις ήκουσε αυτός ότι τον εκάλεσαν, εβγήκε με τον πατέρα του έξω και ηρώτησαν τον τυφλόν τι εζητούσε. Εκείνος τους είπε:«Άριστε ιατρέ, επιθυμώ σφοδρώς το φως μου, διότι δεν υ­πάρχει εις τους ανθρώπους γλυκύτερον πράγμα. Σε παρακαλώ να λυπηθής την ταλαιπωρίαν και την συμφοράν μου και να με ελεήσης τον άθλιον. Διότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύ­σουν, αλλά δεν ημπόρεσαν. Έχω μάλιστα εξοδεύσει όλην την περιουσίαν μου εις φάρμακα χωρίς να ιδώ καμμίαν απολύτως ωφέλειαν. Μάλιστα διεπίστωσα ότι και το ολίγον φως που είχα, το έχα­σα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός αλλά και φτω­χός ο άθλιος».
 
Ο Παντολέων του είπε τότε: «Επειδή εξώδευσες όλην την περιουσίαν σου εις τους άλλους ια­τρούς και δεν είδες ωφέλειαν, εάν εγώ σε θεραπεύσω τί θα μου δώσης;» Και ο τυφλός απεκρίθη: «Σου χαρίζω μετά χαράς και προθύμως ό,τι μου απέμεινε από την περιουσίαν». Τότε του είπε: «Τους μεν οφθαλμούς σου θα θεραπεύση ο αληθής Θεός, δια μέσου μου, την δε αμοιβήν που μου υπεσχέθης θέλω να την διαμοίρασης εις τους πτω­χούς». Ο Παντολέων βεβαίως εμίλησε έτσι επειδή ήλπιζε εις την Χάριν και την δύναμιν του Χριστού. Ο πατήρ του όμως, επειδή ενόμισε ότι θα τον θεραπεύση με τα βότανα της ιατρικής επιστήμης, τον ημπόδισε λέγων. «Αγαπημένε μου υιέ, μην επιχειρής κάτι ανώτερον από την δύναμίν σου, μή­πως και ντροπιασθής αν αποτύχης. Τί άλλο μπο­ρείς εσύ να προσφέρης ή επιτύχης περισσότερον από τους υπολοίπους ιατρούς πού δεν κατώρθωσαν να τον θεραπεύσουν;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πατέρα, όπως εγώ, επειδή από τον διδάσκαλόν μου μέχρις αυτούς τους ιατρούς υπάρχει μεγάλη διαφορά». Ο πατέρας του επειδή ενόμισε ότι ωμιλούσε περί του διδασκάλου του Ευφροσύνου του είπε πάλιν: «Μα εγώ, παιδί μου, ήκουσα πως αυτόν τον τυφλόν τον επήγαν και εις τον διδάσκαλόν σου και τί­ποτα δεν κατώρθωσε να επιτύχη». Ο Παντολέων είπε προς τον πατέρα του: «Πρόσεχε πατέρα να διαπίστωσης ολοφάνερα την άλήθειάν μου». Και μόλις ετελείωσε τα λόγια του αυτά, άπλωσε το δεξιό του χέρι και έκανε το σημείον του Σταυρού εις τα μάτια του τυφλού, επικαλούμενος συγχρό­νως και το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, ω του θαύματος!, αμέσως ήνοιξαν τα μάτια του τυφλού, και ανέβλεψαν και τα μάτια του σώματός του και της ψυχής του, διό­τι ήτο ειδωλολάτρης. Μόλις λοιπόν είδε το θαύμα που του έγινε με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού, αμέσως επίστευσεν. Και όχι μόνον ο πρώ­ην τυφλός επίστευσεν, αλλά και ο πατέρας του Παντολέοντος, και μεγαλοφώνως διεκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον. Ο Άγιος Παντολέων εχάρη δοξάζων τον Κύριον και τους επήγε εις τον άγιον Ερμόλαον, ο οποίος και τους εβάπτισε.
 
Ο Ευστόργιος μόλις επέστρεψεν εις την οικίαν του συνέτριψε όλα τα είδωλα. Ύστερα απ' ολίγον καιρόν, αφού έζησε εν μετανοία, απεδήμησε προς Κύριον.
 
Ο Παντολέων εμοίρασε όλην την περιουσίαν του, εις τους πτωχούς και τους φυλακισμένους. Ηλευθέρωσε τους δούλους του, εφρόντισε δια τους αδυνάτους και ασθενείς και όχι μόνον τους ιάτρευε από κάθε ασθένειαν, αλλά τους έδινε και αρκετά χρήματα δια να ζήσουν.
 
Εξ αιτίας των ευεργεσιών του αυτών, η φήμη του και το όνομά του διεδόθη παντού. Όσοι είχαν ασθενείς εζητούσαν, εκαλούσαν και επροτιμούσαν απ' όλους τους ιατρούς τον Παντολέοντα. Αυτός αφού τους εθεράπευε, δεν εζητούσε πληρωμήν παρά μόνον τους εκαλούσε να ομολογήσουν τον Χριστόν τον μόνον αληθή θεραπευτήν των σωματικών και των ψυχικών πόνων. Έτσι όσοι επίστευαν εις τον Χριστόν εθεραπεύοντο διπλά, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος.

Φθονούν και συκοφαντούν τόν άγιον εις τον βασιλέα.
Οι ιατροί της πόλεως, όταν είδαν ότι ο Παντολέων τελεί τόσα αξιοθαύμαστα πράγματα, τον εφθόνησαν.
 
Μίαν ημέραν ενώ εκάθοντο εις την αγοράν, είδαν τον πρώην τυφλόν που επερνούσε από εκεί. Μόλις λοιπόν τον είδαν υγιή εσυγχύσθησαν και έλεγαν μεταξύ των: «Μα δεν είναι αυτός που δο­κιμάσαμε με πολλούς τρόπους να τον θεραπεύσωμεν και τίποτα δεν επετύχαμεν;» Και τον ηρώτη­σαν, και έμαθαν ότι τον εθεράπευσε ο Παντολέων. Και εθαύμασαν λέγοντες: «Όπως είναι ο διδά­σκαλος σπουδαίος, έτσι ανέδειξε και τον μαθητήν του αξιοθαύμαστον». Πλην όμως από τότε εφθόνη­σαν περισσότερον τον άγιον και εζητούσαν αιτίαν να τον συκοφαντήσουν εις τον βασιλέα.
Ευρήκαν λοιπόν ένα χριστιανόν ομολογητήν που ετιμώρησε ο ασεβής Μαξιμιανός, εξ αιτίας της πίστεώς του, και τον οποίον περιέθαλπε και εφρόντιζεν ο Παντολέων. Έτρεξαν λοιπόν χωρίς χρονοτριβήν και είπαν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, γνώριζε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τό­σον και έχει σπουδάσει, ώστε να γίνη τέλειος ια­τρός, δια να τον έχης δια βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε τον ενδια­φέρει η φιλία και η αγάπη της βασιλείας σου. Περιέρχεται και ευρίσκει και θεραπεύει αυτούς που τιμωρεί τόσον δικαιολογημένα η βασιλεία σου και που είναι εχθροί των θεών σου. Αλλά δεν αρ­κεί μόνον ότι ηρνήθη την πατρικήν του θρησκείαν, και πιστεύει εις τον Εσταυρωμένον, αλλά διδά­σκει και άλλους Έλληνας, όσους μπορεί, δια να τους κάνη χριστιανούς. Εμείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σου προτείνομε να τον βγάλης από το μέσον το συντομώτερον. Διότι ύστερα θα λυπηθής όταν ιδής τους έλληνας (ειδωλολάτρας) ν' αρνούνται τους θεούς, και να γίνωνται χριστιανοί με τας ευεργε­σίας του, και μάλιστα τας θεραπείας του Ασκλη­πιού να διαδίδουν ότι τας τελεί ο Χριστός. Αν θέλης να μάθης την αλήθειαν των όσων είπαμε, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός που ιάτρευσε ο Παντολέων να τ' ακούσης και από τον ίδιον».
Ο βασιλεύς μόλις ήκουσε αυτάς τας πληρο­φορίας ελυπήθη και διέταξε να του παρουσιάσουν τον πρώην τυφλόν. Πράγματι ωδηγήθη ενώπιόν του, και ο βασιλεύς τον ηρώτησε με ποίον τρόπον τον εθεράπευσε ο Παντολέων και εκείνος ωμολόγησε την αλήθειαν χωρίς φόβον ή δειλίαν λέγων: «Με το όνομα του Χριστού με ιάτρευσεν και το εκπληκτικώτερον είναι ότι προτού τελείωση τους λό­γους του, τα μάτια μου ήνοιξαν και έτσι κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι μ' εθεράπευσε με την ιατρικήν επιστήμην». Ο βασιλεύς τότε του είπε: «Εσύ λοιπόν τί παραδέχεσαι δι' αυτό το θέμα. Ο Χριστός σ' εθεράπευσε ή οι θεοί;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ας εξετάσωμεν την υπόθεσιν καλώς και θ' αποδειχθή η αλήθεια. Βλέπεις τους ιατρούς αυτούς που προσεπάθησαν να με ιατρεύσουν; Όμως παρ' όλον ότι ευηργετήθησαν από εμέ, και εξώδευσα όλην μου την περιουσίαν εις τα φάρμακα, τίποτα δεν με ωφέλησαν, μάλλον μ' έβλαψαν, διό­τι μου αφήρεσαν και το ολίγον φως που είχα. Ποί­ον λοιπόν πρέπει να ονομάσω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν που επικαλούνται εις βοή­θειαν αυτοί εδώ οι ιατροί και τίποτα δεν μου προσ­έφεραν ή τον Χριστόν που με τ' όνομά του μόνον ο Παντολέων μου εχάρισε το φως που λαχταρούσα; Την απάντησιν, βασιλεύ, την ξέρει και ένας τυφλός και αγράμματος». Ο βασιλεύς μη γνωρί­ζων τι ν' αποκριθή εις τον πρώην τυφλόν είπεν: «Μήπως είσαι ανόητος άνθρωπε; Ούτε καν ν' αναφέρης ότι ο Χριστός σε ιάτρευσε. Οι θεοί σου έδω­σαν το φως και αυτό είναι ολοφάνερον». Τότε ο άλλοτε τυφλός, φωτισμένος εις την ψυχήν περισσό­τερον παρά εις το σώμα δεν εφοβήθη την βασιλι­κήν εξουσίαν ούτε τον θυμόν του βασιλέως. Εσκέφθη ότι θα ετιμωρείτο, αλλά με μεγάλο θάρρος είπε προς τον βασιλέα: «Συ βασιλεύ είσαι ανόη­τος που ισχυρίζεσαι ότι οι ψεύτικοι και αναίσθητοι θεοί σου μου έδωσαν το φως. Είσαι τόσον πολύ τυ­φλός όπως και αυτοί εδώ και δεν ημπορείς να διακρίνης την αλήθειαν που λάμπει περισσότερον από τον ήλιον».
Ο τύραννος βασιλεύς όταν ήκουσε αυτά εβεβαιώθη ότι όσα του είπαν οι ιατροί ήσαν αληθή. Αμέσως διέταξε και απεκεφάλισαν τον ευτυχή, άλλοτε τυφλόν που ήτο φίλος του Χριστού, συνή­γορος της αληθείας, μάρτυς αψευδής, ο οποίος εθυσιάσθη δια τον Χριστόν που τον εθεράπευσε και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του.
Ο άγιος ήγόρασε μυστικώς το τίμιον λείψανόν του και το ενεταφίασε εκεί όπου έθαψε τον πα­τέρα του.
Μαρτύριον και θαύματα του αγίου.
Ο βασιλεύς ειδοποίησε τον Παντολέοντα να πάη να τον συνάντηση. Ο άγιος ενώ επήγαινε προς αυτόν προσηύχετο λέγων: «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιώπησης» και την συνέχειαν του ψαλμού. Όταν έφθασεν εις το παλάτι και παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως, του είπε ο βα­σιλεύς: «Ήκουσα μερικά λόγια για σένα, Παντολέον, επιβαρυντικά. Δηλαδή ότι υβρίζεις, και πε­ριφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς. Ήκουσα ότι πιστεύεις εις τον Χριστόν και ισχυρί­ζεσαι ότι μόνον αυτός είναι αληθινός Θεός και τρέ­φεις ελπίδα εις αυτόν που εύρε τόσον ατιμωτικόν θάνατον. Γνωρίζεις, Παντολέον, πόσον σε αγαπώ και έδωσα εντολάς εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη όσον το δυνατόν καλύτερον την επιστήμην σου δια να σ' εγκαταστήσω εις το παλάτι μου. Βέ­βαια γνωρίζαμεν ότι πολλοί εξ αιτίας του φθόνου των διαδίδουν και ψέματα. Δι' αυτό και σε προσεκάλεσα να κάμης θυσίαν εις τους θεούς, δια να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο άγιος απεκρίθη: «Τα έργα είναι αξιότερα, ω βασιλεύ, παρά τά λόγια όπως όλοι γνωρίζομεν. Εάν ερευνώμεν και εξετάζωμεν τα μικρά και τόσον ασήμαντα πράγματα εάν είναι αληθινά και γνήσια, πολύ περισσότερον επιβάλλεται να εξετάζωμεν με μεγάλην προσοχήν όσα αφορούν τον Θεόν, δια να μη ζημιωθώμεν. Διότι η ευσέβεια προς τον Θεόν είναι το υψηλότερον όλων των πραγμάτων. Ο Θεός λοιπόν που εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εδημιούργησε τον ουρανόν, την θάλασσαν, την γην και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, εφώτισε τυφλούς, εκαθάρισε λεπρούς, εσήκωσε παραλύτους και όλα αυ­τά τα θαύματα τα έκαμε μόνον με τον λόγον και την διαταγήν.
 
Οι θεοί που προσκυνούν οι Έλληνες (ειδωλολάτραι) δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τέτοια έρ­γα ή εάν ημπορούν να κάμουν. Εάν ασφαλώς επιθυμής, βασιλεύ, ας δοκιμάσωμεν τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Δώσε διαταγήν να φέρουν εδώ ένα ασθενή που να πάσχη από αθεράπευτον ασθένειαν και ας προσέλθουν οι ιερείς σας να παρακα­λέσουν τους θεούς των, όσον θέλουν, δια να τον θεραπεύσουν. Έπειτα να παρακαλέσω και εγώ τον Θεόν μου, με τ' όνομα του οποίου θα ιατρευθή ο ασθενής. Αυτόν λοιπόν τον Θεόν πρέπει ν' ονομάζωμεν αληθινόν και τους υπόλοιπους θα τους περι­φρονήσουμε». Οι λόγοι του Παντολέοντος άρεσαν εις τον βασιλέα, και αφού έδωσε εντολήν, έφεραν ένα παράλυτον καθισμένον εις το κρεββάτι του, ο οποίος δεν ημπορούσε να κινηθή καθόλου. Οι ιε­ρείς των ειδώλων έκαμαν την ανοσίαν δέησίν των, επικαλούμενοι επί πολλήν ώραν τους αναίσθητους θεούς των. Αυτοί ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Και ο άγιος τους εχλεύασε εξ αιτίας της μεγάλης αγνοίας των. Όταν τελικώς διεπίστωσαν ότι δέν ημπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα, είπαν προς τον άγιον να επικαλεσθή τον Θεόν του. Τότε ο Παντολέων εσήκωσε τα μάτια του και όλην την διάνοιάν του προς τον ουρανόν και είπε. «Κύ­ριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ' εμού. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν με. Δείξον Δέσποτα εις αυτούς που δεν σε γνωρίζουν, ότι συ είσαι ο μόνος Θεός ο αληθής και ο παντοδύναμος». Έτσι είπε και αφού έπιασε τα χέρια του παραλύτου είπε: «Εν ονόμα­τι του Χριστού, ο οποίος ανορθώνει τους καταπλη­γωμένους και κτυπημένους, σήκω και περιπάτει». Τότε αμέσως ο λόγος έγινεν έργον. Και ο ασθενής εσηκώθη και περιεπάτησε με μεγάλην προθυμίαν και αγαλλίασιν. Όταν είδαν οι ειδωλολάτραι το θαύμα αυτό εξεπλάγησαν, και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα, και επίστευσαν εις τον αληθινόν Θεόν. Οι βδελυροί όμως ιερείς εξηκολούθησαν να παρα­μένουν άπιστοι. Και αφού προσήλθαν εις τον βασι­λέα του είπαν. «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς μας να μην αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση ούτε μίαν ώραν, διότι θα εξαφάνιση την θρησκείαν μας και οι χριστιανοί θα γίνουν ισχυ­ροί και θα στραφούν εναντίον μας. «Ο βασιλεύς όταν τους ήκουσε, εκάλεσε πάλιν τον άγιον και εδοκίμασε να τον παραπλάνηση με κολακευτικά λό­για, μήπως τον πείση και συμφωνήση μαζί του. Αφού τίποτα όμως δεν κατόρθωσε ούτε με τας κο­λακείας ούτε με τας απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με διάφορα βασανιστικά μέσα. Κατ' αρχήν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδερένια νύχια. Έπειτα κατέκαυσαν τας πλευράς του, και τα υπόλοιπα ευαίσθητα μέλη του.
 
Αλλ' ενώ το σώμα του αγίου και Μάρτυρος με αυτούς τους τρόπους ετιμωρείτο, ο νους του ήτο εστραμμένος προς εκείνον που ημπορούσε να του παράσχη βοήθειαν. Τα μάτια του ήσαν γυρι­σμένα προς τον ουρανόν και με θερμήν πίστιν προσηύχετο εις τον Κύριον νοερώς. Και ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν του, και έφθασε κατ' εκείνην την στιγμήν μπροστά του με την μορφήν του Ερμολάου και του είπε, καθώς είναι πατήρ γνή­σιος και φιλόστοργος: «Μη φοβήσαι, διότι εγώ εί­μαι μαζί σου, βοηθός σου, εις όσα θα υποφέρης δι' εμέ». Και αμέσως τα χέρια των στρατιωτών παρέ­λυσαν, αι λαμπάδες εσβήσθησαν, και αι πληγαί του αγίου εθεραπεύθησαν. Ο βασιλεύς εντροπιάσθη μόλις είδε τα όσα συνέβησαν και αφού διέταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλον είπε προς τον άγιον: «Με ποίαν τέχνην και μαγείαν έκανες τα χέρια των στρατιωτών να παραλύσουν και τας λα­μπάδας να σβήσουν;» Και απεκρίθη: «Η τέχνη και η μαγεία μου είναι ο Χριστός που αγαπώ και ο οποίος ευρίσκεται πλησίον μου και τελεί τα θαύ­ματα». Ο Μαξιμιανός τότε του είπε: «Αλλ' εάν σε βάλω σε χειρότερα και σκληρότερα βασανιστήρια τί θα γίνης;» Και ο Άγιος απήντησε: «Τότε θα λάβω και εγώ μεγαλυτέραν βοήθειαν από τον Χριστόν μου».
Διέταξε λοιπόν ο Μαξιμιανός και εγέμισαν με μολύβι ένα δοχείον μεγάλο και αφού το έβρα­σαν πολύ έβαλαν μέσα τον άγιον. Και πάλιν προσηύχετο και επεκαλείτο την βοήθειαν του Κυρίου λέγων. «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου» και εσυνέχιζε τον ψαλμόν.
Και πάλιν παρουσιάσθη ο Κύριος με την μορφήν του Ερμολάου και εισήλθε εις το μεγάλο δο­χείον και αμέσως η φωτιά που το έβραζε έσβησε και ο μόλυβδος εκρύωσε. Ο Άγιος συνέχισε να ψάλλη το «Εγώ προς Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου».
Όσοι ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και από­ρησαν δια το παράξενον γεγονός.
Ο βασιλεύς πωρωμένος και αναίσθητος καθώς ήτο, δεν αντελήφθη ότι τα θαύματα αυτά ετελούντο από τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν. Αλλά τα εθεωρούσε ως μαντικάς επιτυχίας. Εσυλλογίζετο λοιπόν με ποίον άλλο βασανιστήριον θα ημπορού­σε να καταβάλη τον αήττητον Μάρτυρα. Αφού μά­λιστα συνεβουλεύθη τους άρχοντάς του, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του αγίου ένα μεγάλο λίθον και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Οι στρατιώται έτρεξαν να εκτελέσουν την διαταγήν. Και ο Θεός πάλιν εφρόντισε να διαφύλαξη και βοηθήση τον δούλον Του που εκινδύνευε χάριν Αυτού. Μόλις τον έρριψαν εις την θάλασσαν επενέβη ο Χριστός καθώς φαίνεται και έκαμε την βαρειάν εκείνην πέτρα που είχε εις τον λαιμόν του ελαφροτέραν και από το φύλλον του δένδρου και έπλεε εις την θάλασσαν. Ο Άγιος περιεπάτησε επάνω εις το νερό της θαλάσσης, όπως άλλοτε ο πρωτό­θρονος Πέτρος, και εβγήκε εις τον αιγιαλόν σώος και αβλαβής. Ο βασιλεύς όταν τον είδεν εις την ξηράν εθαύμασε και του είπε: «Τί είναι αυτό που βλέπω, Παντολέον; Εξουσιάζεις δια της μαγείας σου και την θάλασσαν;» Και ό άγιος απεκρίθη: «Η διαταγή Εκείνου που την εξουσιάζει έκανε αυ­τό που βλέπεις. Πρέπει να ξέρης ότι η γη, η θάλασ­σα και όλα τα δημιουργήματα υπακούουν και υ­ποτάσσονται εις τον Θεόν περισσότερον απ' ό,τι υ­πακούσουν εις σε οι υπηρέται σου».
Η σκληρή και πωρωμένη καρδιά του βασι­λέως δεν άλλαξε καθόλου. Παρ' όλον ότι είδε τό­σα και τόσα θαύματα ο ασυνείδητος, διέταξε να συγκεντρώσουν όλα τα άγρια θηρία της γης. Έ­πειτα θέλων να δείξη ότι λυπάται δήθεν τον άγιον, και δια να τον φοβίση του είπε: «Βλέπεις αυ­τά τα θηρία; Δια τον χαμόν σου τα έφεραν. Λυπή­σου λοιπόν τον εαυτόν σου. Εγώ λυπάμαι την νεό­τητα και ωραιότητά σου, μάρτυρές μου οι θεοί. Σε συμβουλεύω όπως ο πατέρας, να προτίμησης ως λογικός το συμφέρον σου, δια να μην αποθάνης πρόωρα με τέτοιον πικρόν θάνατον και να στερηθής την γλυκυτάτην και τόσον ποθητήν ζωήν».
Ο άγιος απεκρίθη τότε: «Εάν δεν σε υπήκουσα προηγουμένως, πώς ελπίζεις να σε ακούσω τώ­ρα που είδα τόσην βοήθειαν από τον Θεόν μου; Ούτε καν να το σκεφθής λοιπόν ότι θα κάμω ποτέ θυσίαν εις τους δαίμονας. Διατί με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος που παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών σου, και επάγωσε τον βραστόν μόλυβδον και εξήρανεν την θάλασσαν, θα κάμη και τα φοβερά σου θηρία ημερώτερα από τα πρόβα­τα».
Ο άγιος δεν επείσθη από τον βασιλέα να προσκυνήση τα είδωλα και προτίμησε να ριφθή εις τα άγρια θηρία. Ο βασιλεύς όμως επέμενε και μάλι­στα του έδωσε προθεσμίαν τρεις ημέρας δια να σκεφθή και να θυσιάση εις τα είδωλα. Διαφορετικά θα εκτελείτο η διαταγή του και ο άγιος θα ερρίπτετο εις τα θηρία, δια να τον κατασπαράξουν. Το γεγονός αυτό διεδόθη εις ολόκληρον την πόλιν. Όλοι έτρεξαν δια να ιδούν τον ωραιότατον και ευγενή νέον που προετίμησε να ριφθή εις τα θηρία παρά να θυσιάση εις τα αναίσθητα είδωλα.
Συνεκεντρώθη λοιπόν μεγάλο πλήθος εις το θέατρον και ο βασιλεύς εκάθισε εις υψηλήν εξέδραν. Έδωσε την διαταγήν, και αμέσως οι υπηρέται έ­συραν τον άγιον δια να τον ρίξουν εις τα άγρια θηρία. Ο άγιος με τόλμην και θάρρος επροχώρησε, επειδή είχε προστάτην και βοηθόν τον Χριστόν.
Οι υπηρέται έρριξαν τον άγιον εις τον τόπον που τους ώρισαν, και απελευθέρωσαν όλα τα θη­ρία. Όλοι επερίμεναν να ίδουν τον Παντολέοντα να κατασπαράσσεται και να καταβροχθίζεται από τα πεινασμένα και άγρια θηρία. Η κακία των ανθρώ­πων εκείνων είχε ξεπεράσει και την αγνωσίαν των αλόγων ζώων, διότι δεν επροσκυνούσαν τον αληθινόν Θεόν και ετιμωρούσαν, όσους επίστευαν εις Αυ­τόν, με αγριότητες και ωμότητες. Και ο Θεός που μετατρέπει τα πάντα όπως θέλει, οικονόμησε και εδώ ούτως ώστε να φάνουν τα θηρία ήρεμα, και να γίνουν όπως τα λογικά όντα, και μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων και να γίνουν ακόμη φανεροί μάρτυρες της κακίας των ανθρώπων και της αγαθότητος του θεού.
Τα θηρία επλησίασαν τον άγιον ωσάν λογικά δημιουργήματα με πολλήν ευλάβειαν, εκινούσαν την ουράν των και έγλειφαν τα πόδια του, συναγω­νιζόμενα ποίον θα επήγαινε μπροστά του να τον κολακεύση και να τον προσκύνηση. Και το κάθε θηρίον δεν έφευγε από κοντά του εάν δεν άπλωνε το χέρι του δια να το ευλόγηση.
Το πλήθος σαν είδε αυτό το θαύμα εξεπλάγη. Όλοι μ' ένα στόμα εφώναζαν «Μέγας και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ο δίκαιος».
Όταν ο ασύνετος βασιλεύς είδε ότι τα θηρία ηρνήθησαν να εκτελέσουν την προσταγήν του ωργίσθη τόσον πολύ, ώστε διέταξε να τα σκοτώσουν. Επί πολλάς ημέρας εκοίτοντο σκοτωμένα, χωρίς να πλησίαση κανένα πτηνόν από τα σαρκοφάγα δια να τα φάνε. Και αυτό συνέβαινε από τον Θεόν εις ένδειξιν τιμής προς τον Άγιον, δια να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν. Κατόπιν ο βασιλεύς έ­στειλε ανθρώπους και τα έθαψαν. Ύστερα διέταξε να κατασκευασθή ένας τροχός και αφού τον τοπο­θετήσουν εις χώρον υψηλόν να δέσουν τον άγιον και μετά να κυλήσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, δια να λειώση τον Μάρτυρα. Αυτό βέβαια το εισηγήθησαν εις τον βασιλέα μερικοί τεχνίται εφευρέται της κακίας και ειδικοί εις το να βλάπτουν τους άλ­λους.
Αλλ' ο φιλάνθρωπος Κύριος προστάτης των πι­στών δούλων Του, επενέβη πάλιν εις την κατάλληλον στιγμήν, κατά την οποίαν θα άφηναν τον φοβερόν εκείνον τροχόν να κυλήση μαζί με τον Μάρτυρα που ήτο δεμένος εις αυτόν. Το φρικτό θέαμα έτρε­ξαν να το ίδουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως.
Άφησαν λοιπόν τον τροχόν να κυλήση οι υ­πεύθυνοι. Τότε προς έκπληξιν όλων, τα δεσμά ελύθησαν και ο τροχός έφυγε μόνος του και επλήγωσε και εθανάτωσε πολλούς από τους απίστους. Ο Άγιος έστεκε σώος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Ο βασιλεύς που εξεπλάγη βλέπων τα όσα συνέ­βησαν εκάλεσε τον Παντολέοντα και του είπε: «Έ­ως πότε θα κάνης τέτοια υπερφυσικά πράγματα και άλλους μεν ανθρώπους της βασιλείας μου να θανατώνης και άλλους να τους κάνης εχθρούς των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από πού εδιδάχθης τον Χριστιανισμόν;» Και ο άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και έφανέρωσε τον άγιον Ερμόλαον, επειδή εκρινεν ότι ένας τέτοιος θησαυρός δεν έπρεπε να μείνη κρυμμένος, αλλά έπρεπε να φανερωθή, δια να ωφελήση πολλούς.
Έδωσε διαταγήν ο Μαξιμιανός να τους δείξη ο Παντολέων τον τόπον όπου διέμενε ο Ερμόλαος. Και ο άγιος υπήκουσε μετά χαράς, επειδή εγνώριζεν ότι ο Ερμόλαος θα έφερνε με το μέρος του και άλλους εις την ευσέβειαν. Ήξερε πολύ καλά ότι ο άγιος Ερμόλαος διέθετε ωραίον λόγον και σύνεσιν και ήτο ικανός να ελκύση και να διδάξη τους βαρβάρους, όπως πιστεύσουν εις τον αληθινόν Θεόν.
Συνοδευόμενος λοιπόν ο άγιος Παντολέων από τρεις στρατιώτας που τον εφρουρούσαν, έφθασε εις την οικίαν όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Εκτύπησε την θύραν, και εβγήκεν έξω ο άγιος Ερμόλαος, ο οποίος είπε εις τον Παντολέοντα. «Πώς ήλθες μέχρις εδώ τέκνον μου;» Και εκείνος απήντησε: «Σε καλεί ο βασιλεύς, Κύριέ μου, και θέλει να πας προς αυτόν». Και ο Ερμόλαος πάλιν είπε: «Εγώ το ξέ­ρω, ότι επλησίασεν η ώρα μου ν' αποθάνω, δια το όνομα του Χριστού μου, επειδή μου το εφανέρωσε και μου το απεκάλυψε με όραμα που είδα αυτήν την νύκτα».
Οι στρατιώται συνέλαβαν τον Ερμόλαον και άλλους δύο χριστιανούς που ευρίσκοντο μαζί του. Όταν ωδηγήθη ενώπιον του βασιλέως και ηρωτήθη πώς ωνομάζετο και εάν είχε μαζί του και άλλους χριστιανούς, ο άγιος Ερμόλαος απήντησε, με την αλήθειαν που τον διέκρινε, ως εξής: «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω μαζί μου και άλλους δυο χριστιανούς τον Ερμοκράτην και τον Έρμιππον». Τότε διέταξε να τους οδηγήσουν και αυτούς ενώ­πιόν του. Αφού παρουσιάσθησαν τους ηρώτησε: «Εσείς είσθε που παρεπλανήσατε τον Παντολέοντα και ηρνήθη τους θεούς;» Και εκείνοι γεμάτοι τόλμην και θάρρος απήντησαν: Ο Χριστός καλεί κον­τά Του τους αξίους». Ο βασιλεύς τότε τους είπε: «Να αφήσετε τους ανόητους και ανωφελείς λόγους σας κατά μέρος, και να με ακούσετε. Συμβουλεύσα­τε τον Παντολέοντα να θυσιάση εις τους αθανά­τους θεούς, εάν θέλετε βέβαια να σας έχω φίλους, και υπόσχομαι να σας δώσω αμέτρητα δώρα και αξιώματα». Και εκείνοι απήντησαν. «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμεν κάποιον να χάση την ψυχήν του. Όλοι εμείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν ασάλευτον γνώμην. Και καλύτερον ν' αποθάνωμεν με χίλιους θανάτους και με διάφορα βασανιστήρια, παρά να προσκυνήσουμε τα κωφά και αναίσθητα είδωλα». Και όταν ετελείωσαν τα λόγια των αυτά έστρεψαν τα μάτια προς τον ουρανόν και προσηυχήθησαν εις τον Κύριον να τους προστατεύση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν των, και τους εφανερώθη και τους ενδυνάμωσε. Α­μέσως έγινε μεγάλος σεισμός εις εκείνον τον τόπον. Ο δε Μαξιμιανός έχων ταραγμένον νουν είπε: «Βλέπετε οι θεοί ωργίσθησαν εξ αιτίας σας και έ­καμαν σεισμόν». Και του απεκρίθη ο άγιος Ερμόλαος. «Αλλ' εάν συμβή να πέσουν κάτω οι θεοί σου τι θα είπης;» Προτού τελείωση τον λόγον του, έφθα-σεν ένας υπηρέτης του παλατιού και είπεν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ήλθα να σου αναφέρω ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι τρεις Χριστιανοί εγέλασαν και εχλεύασαν τους φοβερούς θεούς που έσεισαν την γην και μετά συνετρίβησαν! Ο ασεβής τύραννος έγινε περισσότερον σκοτεινός όπως εκείνοι που τους πονούν τα μάτια και δεν η­μπορούν να ίδουν τον ήλιον.
Ετιμώρησε τους τρεις μάρτυρες με διάφορα βασανιστήρια. Αφού διεπίστωσεν ότι δεν επρόκειτο να τους πείση και να υποχωρήσουν, έδωσε εντολήν και τους απεκεφάλισαν. Τα λείψανά των τα επήραν Χριστιανοί μυστικά, και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν.
Τον Παντολέοντα τον ωδήγησαν και πάλιν, κα­τόπιν διαταγής, εις τον βασιλέα. Όταν παρουσιάσθη, ο βασιλεύς του είπε: «Μάθε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος και η συνοδεία του αντελήφθησαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Και εγώ ως ανταμοιβήν των τους ετίμησα όπως έπρεπε και τους έκανα πρώτους εις το παλάτι.
Εάν τους μιμηθής και εσύ, θα διαπίστωσης πό­σον πάλιν τιμώ και επιβραβεύω εκείνους που υπα­κούουν. Ει δ' άλλως αν επιμένης να μην θυσιάσης εις τα είδωλα, θα εξακρίβωσης πόσο σκληρά τιμω­ρώ τους παρηκόους και τους υπερόπτας. Λοιπόν εάν παρακούσης δεν θα γλυτώσης από τα χέρια μου, και μάλιστα εντός της σήμερον θα θανατωθής με φοβερόν θάνατον. Ο Μάρτυς του Χριστού, μόλις ετελείωσε ο βασιλεύς τους λόγους του αυτούς, φω­τισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος αντελήφθη την δολιότητα και πανουργίαν του βασιλέως και τον ηρώτησε πού ευρίσκοντο οι τρεις που εθυσίασαν εις τα είδωλα! Και ο μιαρός βασιλεύς είπε προς τον Παντολέοντα. «Δεν είναι εδώ τώρα. Τους έστειλα δια κάποιαν υπηρεσίαν εις την πόλιν». Και ο Άγι­ος τότε του είπεν. «Αν και είσαι φίλος του ψεύδους, τώρα είπες την αλήθειαν, διότι τώρα αυτοί ευρί­σκονται εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και χαίρονται».
Όταν λοιπόν είδε ο ανόητος βασιλεύς ότι δεν ημπορούσε να πείση τον Παντολέοντα ούτε με κολα­κείας ούτε με δωρεάς, ούτε με απειλάς ούτε με άλλας τιμωρίας, διέταξε, επειδή έγινε έξω φρενών, να δείρουν τον άγιον δια να ικανοποιηθή η μοχθηρία του και ο θυμός του. Εν συνεχεία εξέδωσε απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και το λείψανόν του να το ρίξουν εις την φωτιάν να το κάψουν.
Το τέλος του αγίου.
Οι στρατιώται οδήγησαν τον άγιον εις τον τό­πον της εκτελέσεως. Καθ' οδόν επειδή εγνώριζε ότι επρόκειτο να ησυχάση από την ταλαιπωρίαν και την θλίψιν, έψαλλε χαίρων. «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι» και εσυνέχισε τον ψαλμόν αυτόν. Και πάλιν συνέβη ένα μεγάλο θαύμα. Ενώ έδεσαν τον άγιον εις μίαν ελαίαν και ο δήμιος κατέβασε το ξίφος να τον απο­κεφάλιση ω του θαύματος! η κόψις του ξίφους εγύρισε και ελύγισε όπως το κερί. Οι στρατιώται ετρόμαξαν πολύ από το γεγονός αυτό και έπεσαν εις την γην λέγοντες: «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και σε παρακαλούμεν να μην μας εναντιωθής. Συγχώρησέ μας και κάνε δέησιν προς τον Θεόν δια να δεχθή την μετάνοιάν μας».
Ο Άγιος τότε τους ήκουσε και προσηυχήθη θερμώς εις τον Κύριον και δι' αυτούς. Αμέσως μετά την προσευχήν ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν, η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη ήδη η προσευχή σου και όλα όσα εζήτησες θα γίνουν. Από τώρα δεν θα ονομάζεσαι Παντολέων αλλά Παντελεήμων, διότι όσοι θα επικαλούνται τ' όνομά σου δια των πρεσβει­ών σου θα ευρίσκουν ευσπλαγχνίαν και έλεος». Μό­λις ήκουσε την φωνήν ο άγιος αντελήφθη ποίων χα­ρισμάτων ηξιώθη και ετιμήθη παρά του Κυρίου.
Τότε ενεθάρρυνε τους στρατιώτας να μην φοβη­θούν και να εκτελέσουν την διαταγήν. Εκείνοι πά­λιν δεν ετολμούσαν, επειδή εξηκρίβωσαν την δύναμιν του Χριστού. Ο άγιος Παντελεήμων τους εξηνάγκασε να εκτελέσουν την απόφασιν του τυράννου. Εκείνοι, επειδή δεν ήθελαν να παρακούσουν τον Άγιον, αφού τον κατεφίλησαν, και έδειξαν την αγάπην και την ευλάβειάν των, του έκοψαν την τιμίαν κεφαλήν την 27ην Ιουλίου του έτους 304.
Ο Θεός επειδή ήθελε να δοξάση τον άγιον Παντελεήμονα, έκανε και άλλα πολλά θαύματα. Το δένδρον της ελαίας εις το οποίον «εδέθη ο άγιος ήτο ξηρόν. Αμέσως όμως εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Ο βασιλεύς μάλιστα σαν έμαθε αυτό το γε­γονός διέταξε να κόψουν την ελαίαν.
Διέταξε ωσαύ­τως να κατακαύσουν το σώμα του Αγίου.
Οι στρατιώται όμως εμιμήθησαν τους Μάγους που δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην. Αυτοί λοιπόν διέφυγαν και διεκήρυτταν παντού τον Χριστόν και όλα τα θαύματα του Θεού.
Το δε λείψανον του Αγίου μερικοί Χριστιανοί το επήραν και μ' ευλάβειαν το έθαψαν με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως που ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου.
Αυτό είναι το μαρτύριον του ιαματικού Παντε­λεήμονος. Η μνήμη του εορτάζεται την 27ην Ιου­λίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ήχος γ'
Αθλοφόρε άγιε, και ιαματικέ Παντελεήμον, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταις ψυχαίς ημών.
Έτερον. Ήχος γ'. Θείας Πίστεως.
Θείων τρόπων σου, τη επιστήμη, νέμεις άμισθον, την θεραπείαν, των ψυχών και των σωμάτων εν Πνεύματι. όθεν ημάς πάσης νόσου απάλλαξον, Παντελεήμον ελέους θησαύρισμα. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ. Ήχος πλ. α'. Αυτόμελον.
Μιμητής υπάρχων του ελεήμονος και ιαμάτων την χάριν παρ' αυτού κομισάμενος, αθλοφόρε και μάρτυς Χριστού του Θεού, ταις ευχαίς σου τας ψυχικάς ημών νόσους θεράπευσον, απελαύνων του αεί πολεμίου τα σκάνδαλα, εκ των βοώντων απαύστως. σώσον ημάς Κύριε.
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς

Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς


Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς
 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.
 Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.
 Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.

Ο Άγιος Φανούριος

1. Γενικά για τη ζωή του
Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
 Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.

2. Η εύρεση της εικόνας 
Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.
Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:
Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.
Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.
Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.
Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.
Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.
ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.
Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.
Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.
Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.
Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.
ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.
ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.

3.    Το χτίσιμο του ναού
Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.

4.    Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας 
Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:
  • 1.   Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
  • 2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
  • 3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
  • 4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
  • 5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
  • 6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
  • 7.   Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
    ηλικία.

5.    Θαύματα του Αγίου
Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:
 
Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).
 
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.
 
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.
 
Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.
 
Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.
 
Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.  
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.
 
Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.
 
Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.  
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

6. Η πίτα του Αγίου Φανουρίου
 
Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.
 
Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.
 
Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια. 
Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον

Ιερείς διέσωσας αιχμαλωσίας αθέου και δεσμά συνέθλασας δυνάμει Θεία, Θεόφρον, ήσχυνας τυράννων θράση γενναιοφρόνως, ηύφρανας Αγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς, δια τούτο σε τιμώμεν, θείε οπλίτα, Φανούριε ένδοξε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Τους ασπαζομένους την σην σεπτήν εικόνα εν πίστει και αιτούντας σην αρωγήν, Μάρτυς, κληρονόμους της Θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου πάντας ανάδειξον.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ:  ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ  ΙΔΡΥΜΑ   «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Printfriendly

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις Loading...

Το Σύμβολο της Πίστεως

Μήνυμα Ἐβδομάδος

Απόκτησε την γλυκύτητα των χειλέων κατά τους λόγους σου και όλους τους ανθρώπους θα τους έχεις φίλους.

Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Περισσότερα Θέματα

Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος

 
Ευχαριστούμε για την επίσκεψη :
Πνευματικά δικαιώματα © 2011. Η Προσευχή του Χριστού. -Κάθε υπόδειξη, τεκμηριωμένη διόρθωση ή έγγραφη συμπαράσταση είναι ευπρόσδεκτη. Καλώς ήρθες στην Προσευχή του Χριστού.