Best Blogger Tips

SHOW ANNOUNCEMENT ▼

Add Announcement Text here. This is your message box

Καλώς ήρθατε Στην Προσευχή του Χριστού.

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,Τριὰς ἁγία,δόξα σοι.

”Αρκεί το χέρι σου, να σκουπίσει το δάκρυ του αδελφού σου, για να νιώσει παρηγορία!!!Πόσες φορές το κάναμε αυτό;;;”

Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν Διονυσίου Σολωμοῦ

 

 

 

 Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
Διονυσίου Σολωμοῦ

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.

Ἄργειε νά ῾λθῃ ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σοῦ ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγῶντάς τα νὰ κλαῖς.

Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,

κι ἔλεες: «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάϊματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή·
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ.

Ἄλλος σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ·
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.

Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου·
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σῦρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σῦρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.

Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,

ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ

ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.

Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.

Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποὺ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.

Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.

Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·

καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.

Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·

σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,

ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.

Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.

Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.

Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·

ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.

Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.

Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

Σοῦ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.

Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.

Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.

Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.

Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ καρτέρειε τὰ σκυλιά·

τ᾿ ἀκαρτέρειε. Ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺ σκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.

Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

Τόσα πέφτουνε τὰ θερισμένα
ἀστάχυα εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.

Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,

καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.

Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.

Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.

Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.

Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.

Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».

Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·

εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῶα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·

τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.

Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.

Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποὺ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·

καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·

στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

H ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.

Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου αἰνεῖ τὸν οὐρανό,

«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.

Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·

λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·

μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

»Φλόγα ἀκοίμητην σᾶς βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σᾶς ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.

»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,

»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».

Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;

Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.

Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, ποὺ πᾶτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·

κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.

Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·

Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός τοῦ Φεγγαριοῦ.

Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.

Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.

Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.

Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,

τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·

ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή τοῦ Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,

καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.

Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς

μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποὺ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.

Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.

Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.

Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.

Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγῇ

ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.

Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

H καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρά·
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.

Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:

«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σᾶς μαδεῖ.

»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σᾶς τυραννεῖ.

»H Διχόνοια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.

»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσά τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».

»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.

»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.

»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μᾶς κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.

»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».

»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποὺ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;

»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Τα μυστικά της ευχής “Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με


ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
“ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ”
Όλη η τέχνη είναι αυτή ακριβώς. Είτε περπατάς είτε κάθεσαι, είτε στέκεσαι, είτε εργάζεσαι, είτε βρίσκεσαι στην εκκλησία, άσε τη προσευχή αυτή να γλιστρήσει από τα χείλη σου “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” με τη προσευχή αυτή στην καρδιά σου θα βρεις εσωτερική ειρήνη και γαλήνη σώματος και ψυχής ( Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ)
Η ευχή του Ιησού είναι εργασία κοινή των αγγέλων και των ανθρώπων. Με την προσευχή αυτή οι άνθρωποι πλησιάζουν σύντομα την ζωή των αγγέλων. Η ευχή είναι η πηγή όλων των καλών έργων και αρετών και εξορίζει μακριά από τον άνθρωπο τα σκοτεινά πάθη. Σε σύντομο χρόνο κάνει τον άνθρωπο ικανό να αποκτήσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Απόκτησε την, και πριν πεθάνεις θα αποκτήσεις ψυχή Αγγελική. Η ευχή είναι θεϊκή αγαλλίαση. Κανένα άλλο πνευματικό όπλο δε μπορεί να αναχαιτίσει τόσο αποτελεσματικά τους δαίμονες. Τους κατακαίει όπως η φωτιά τα βάτα. (Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)
Λέγε ακατάπαυστα την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” με τη γλώσσα και με τον νου. Όταν η γλώσσα κουράζεται ας αρχίζει ο νους. Και πάλιν όταν ο νους βαρύνεται, η γλώσσα . Μόνον να μην παύεις. Λοιπόν όταν ευχόμενος κρατάει τον νου του να μην φαντάζεται τίποτα, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής. (Γέρων Ιωσήφ)
Δια της ευχής “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” θα κερδίσεις το παν. Δια της ευχής καθαρίζεται ο άνθρωπος, λαμπρύνεται, αγιάζεται. Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματος. Η ευχή είναι η βάση της τελειότητας. Θα λεπτυνθείτε και θα πετάτε με την ευχή. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας, καθαρισμού και αγιασμού από την νοερά προσευχή. Αυτή γέμισε τον παράδεισο από άγιους ανθρώπους (Γέροντας Αμφιλόχιος)
Να λέγεις παιδί μου την ευχή . “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” , ημέρα και νύχτα συνέχεια. Η ευχή θα τα φέρει όλα, η ευχή περιέχει τα πάντα: αίτηση, παράκληση,πίστη, ομολογία, θεολογία κλπ. Η ευχή να λέγεται χωρίς διακοπή. Η ευχή θα φέρει ολίγον κατ’ ολίγον ειρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Η ειρήνη και η γλυκύτης θα φέρουν περισσότερον ευχή, και η ευχή κατόπιν, περισσοτέραν ειρήνη και γλυκύτητα κ.ο.κ. θα έρθει στιγμή που αν θα σταματάς την ευχή, θα αισθάνεσαι άσχημα. (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Να λέτε την ευχή. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” . Να τη λέτε μια-μια λέξη κατανοητά, καταληπτά. Να μην προχωρείτε στη δεύτερη λέξη , αν δεν καταλάβετε την πρώτη. Να τονίζεται περισσότερο το τελευταίο , δηλ ελέησόν με. Θα σας έρθει τώρα στην αρχή ραθυμία και και ύπνος και μετεωρισμός και αμέλεια αλλά εσείς γρήγορα να συνέρχεστε. ‘Όταν λέτε την ευχή , να θεωρείτε τον εαυτό σας τώρα στην αρχή , ότι είσθε στη κόλαση και να φωνάζετε κλαίοντας, ζητώντας το έλεος του Θεού. Μακριά από την απόγνωση, από την απελπισία και τα όμοια ταύτα. Κατά την ώρα της προσευχής να μην δέχεστε ούτε φαντασία , ούτε μορφή, ούτε εικόνα της Παναγίας και του Χριστού ή άλλου τινός Αγίου, ούτε και τις λέξεις της ευχής να βλέπετε νοερώς” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Μάθετε να εργάζεσθε το κομποσκοινάκι. Το κομποσκοινάκι θα σας οδηγήσει εκεί που εσείς δεν γνωρίζετε σε ανώτερα επίπεδα θα σας οδηγήσει το κομποσκοινάκι. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”
–Έχετε ένα πρόβλημα; “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”
–Έχετε έναν πειρασμό με τον άλλον, με τον γείτονα σας, με τους φίλους σας κ.ο.κ. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Η ευχή θα σας δώσει τη λύση του προβλήματος σας λύσιν του αδιεξόδου όπου ευρίσκεστε. Το κομποσκοινάκι λοιπόν “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση; Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου. ‘Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας. Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις. Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Η ευχή μας φέρνει κοντά στον Χριστό. Κάποτε μου ήρθε (να εξομολογηθεί) ένας μεγαλόσχημος .
Μου είπε: Έχω φθάσει , Αββά σε απόγνωση. Δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο καλύτερο. Πως θα βελτιωθώ; Πώς θα πεθάνω για την αμαρτία; Αισθάνομαι την πλήρη αδυναμία μου. Υπάρχει άραγε ελπίδα σωτηρίας.
Βεβαίως υπάρχει. Λέγε όσο πιο πολύ μπορείς την ευχή. Και άφησε τα πάντα στα χέρια του θεού. Και ποια η ωφέλεια από την ευχή όταν δε συμμετέχει ο νους και η καρδιά; Τεράστια ωφέλεια. Είναι γνωστό ότι η «ευχή» έχει πολλές βαθμίδες: από την απλή προφορά των λέξεων της «ευχής» μέχρι την «ευχή» την θαυματουργική. Μα έστω και στην κατώτατη βαθμίδα να βρισκόμαστε και αυτό για μας είναι ψυχικά πολύ ωφέλιμο και σωτήριο. Από τον άνθρωπο που λέγει την «ευχή» φεύγουν οι δυνάμεις του εχθρού μας. Και ο άνθρωπος αυτός γρήγορα ή αργά οπωσδήποτε θα σωθεί.
Αναστήθηκα! Αναστέναξε ο Μεγαλόσχημος. Από δω και πέρα δεν πρόκειται πια να πέσω σε ακηδία και απόγνωση. Το λέγω λοιπόν και το επαναλαμβάνω: λέτε την «ευχή» .’Έστω και μόνο με το στόμα. Και ο Κύριος δεν θα σας αφήσει (Στάρετς Βαρσανούφιος της Όπτινα)
Δεν πρέπει να αφήνουμε την ευχή. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία, να τη λέμε. Να μην τριγυρίζει ο νους μας στα μάταια. Με την ευχή ο νους αναπαύεται και αγάλλεται. Ο νους του ανθρώπου πρέπει να ασχολείται με την ευχή και να μην τρέχει στα μάταια. (Γέροντας Παϊσιος)
Πρέπει συνεχώς αδιαλείπτως να λέμε την ευχή. Μέσα στη καρδιά μας και το νου μας πρέπει να μείνει μόνο το όνομα του Χριστού μας. Γιατί όταν εμείς αφήνουμε την προσευχή, την , την επικοινωνία μας με το Θεό, τότε ο διάβολος με λογισμούς αρχίζει και μας ζαλίζει και δεν ξέρουμε πλέον ούτε τι θέλουμε, ούτε τι λέμε , ούτε τι κάνουμε. (Γέροντας Παϊσιος)
Να λέγωμεν συνεχώς την ευχήν, είτε με το νουν, είτε με το στόμα. Η ευχή, το παντοδύναμον όπλον δεν αφήνει την αμαρτία να εισέλθει. Ο διάβολος καίεται από το όνομα του Ιησού Χριστού, δια τούτο πασχίζει με κάθε τρόπον να σταματήσει την ευχή. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)
Λέγε την ευχή: αγιάζει το στόμα, αγιάζει ο αέρας, αγιάζει ο τόπος που λέγεται, Οι δαίμονες βάζουν χίλια εμπόδια δια να μην προσευχηθεί ο άνθρωπος, επειδή όλες οι παγίδες , όλα τα δίκτυα των δαιμόνων καταστρέφονται δια της προσευχής. Άπειρες φορές οι δαίμονες δια στόματος δαιμονισμένων ομολόγησαν ότι καίονται από την ενέργεια της ευχής. (Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)
Η κάτωθι σύντομος προσευχή είναι παντοδύναμο όπλο κάθε χριστιανού: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» . Λέγε αδερφέ μου με τα χείλη και με την καρδιά σου συνεχώς τα σωτήρια αυτά λόγια , διότι φωτίζουν τον νου, γαληνεύουν την καρδιά, καίουν την αμαρτία, μαστίζουν και εκδιώκουν τους δαίμονας.
Το κομποσκοίνι δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι κάτι διακοσμητικό, ούτε κάτι που θα μας φέρει γούρι. Αντίθετα, χρειάζεται για να μας θυμίζει τη προσευχή και, σαν τέτοιο, είναι μια άγια και θεία παρουσία στη ζωή μας. Συγκεκριμένα το κομποσκοίνι είναι φτιαγμένο για να κάνουμε την αδιάλειπτη προσευχή, αυτή που λέγεται αδιάκοπα, σύμφωνα με την προτροπή του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε» . Φυσικά την «ευχή» αυτή μπορούμε να την λέμε και χωρίς κομποσκοίνι., με το νου μας και μάλιστα όσο συχνότερα είναι δυνατό. Η προσευχή, που είναι η συνομιλία με το Θεό, μας χαρίζει ηρεμία , ψυχική γαλήνη και διώχνει το άγχος από τη ζωή μας.

http://www.optiko.net 
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός




α. Το σκάνδαλο του Σταυρού
1. Ο άγιος απόστολος Παύλος λέγει:
« Ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό είναι:
• για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, αφού ο Νόμος ορίζει: επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου (Γαλ. 3,13, Δευτ. 21,23).
• για τους λογοκράτες έλληνες μωρία. Οι λογοκράτες λένε: Πώς είναι δυνατό εκείνος που δεν μπόρεσε να περιφρούρηση τον Εαυτό Του και να Τον προφυλάξη από τέτοιο θάνατο, να είναι σωτήρας άλλων;
• για μας, τους σωζομένους, είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α’ Κορ. 1,24).
Μα πώς και γιατί ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό είναι η έκφραση της δύναμης και της σοφίας του Θεού για την σωτηρίας μας;
2. Ο Κύριος μας μίλησε για τον Εαυτό Του πολύ κατηγορηματικά. Μας είπε:
• Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθεί ΕΜΕΝΑ δεν διατρέχει τον κίνδυνο να νομίζη πως έχει φως και να περπατάη στο σκοτάδι (Ιω. 8,12), όπως συμβαίνει με εκείνους που ακολουθούν άλλα θρησκεύματα και φιλοσοφίες.
• Πριν από εμένα ήλθαν πολλοί. Και έφτιαξαν θρησκείες. Μα ήσαν κλέφτες και ληστές (Ιω. 10,8)
• Μετά από εμένα θα έλθουν πολλοί ψευδόχριστοι, ψευδοπροφήτες και αντίχριστοι. Θα είναι όλοι, η καταστροφή εκείνων που θα τους ακολουθήσουν (Ματθ. 24,11∙ Μάρκ. 13,22-23).
• Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιω. 14,6).
3. Και να η απορία – ερώτημα πολλών.
- Γιατί μόνον ο Ιησούς; δεν υπάρχει και άλλος δρόμος; Γιατί όχι και ο Βούδας; Γιατί όχι και ο Μωάμεθ; Γιατί όχι και κάποιος άλλος μύστης της Νέας εποχής;
Πριν από λίγα χρόνια έγινε στο Μπανγκόγκ της Ταϊλάνδης ένα Διαθρησκειακό Συνέδριο, στο οποίο έλαβαν μέρος μεγάλες προσωπικότητες από όλες τις θρησκείες του κόσμου.
Εφημερίδες, περιοδικά, ράδιο, τηλεόραση δεν σταματούσαν να πληροφορούν το «κοινό» για την πορεία των συζητήσεων, που είχαν όλες το ίδιο μοτίβο:
Ο Θεός είναι ένας. Οι διάφορες θρησκείες είναι διαφορετικοί δρόμοι∙ που όλοι οδηγούν στο ίδιο τέρμα: στην επίγνωση του ενός Θεού∙ και εκπληρώνουν τον ίδιο σκοπό: είναι διαφορετικοί τρόποι λατρείας του ίδιου Θεού.
Στο Συνέδριο αυτό δεν έγινε λόγος για τον Ιησού Χριστό. Κανείς δεν θυμήθηκε τα λόγια Του.
Με άλλα λόγια κανείς δεν θυμήθηκε ότι∙
• ο δρόμος, που οδηγεί στην αλήθεια και στη ζωή είναι ένας: ο Χριστός∙
• η θύρα, από την οποία πρέπει να περάση ο άνθρωπος για να εισέλθη στην αιώνια ζωή είναι μία: ο Χριστός∙
• ο Χριστός είναι η άμπελος∙ εμείς είμαστε τα κλήματα. Κάθε κλήμα, που αποκόπτεται από την άμπελο, ξηραίνεται∙ παύει να έχη ζωή∙
• κάθε πορεία έξω και μακριά από τον Χριστό είναι απλά ένα παραστράτημα!
• όποιος πιστεύει, ότι και οι άλλες θρησκείες είναι δρόμοι που οδηγούν στον Θεό και στην αιώνια ζωή, έχει αρνηθή τον Χριστό∙ έχει παύσει να είναι χριστιανός!
4. Όμως πολλοί διερωτώνται:
- Μα γιατί τάχα δεν μπορεί να υπάρχη και άλλος δρόμος προς τον Θεό και την αιώνια ζωή εκτός από τον Ιησού;
- Είναι ποτέ δυνατό ο Θεός να υποχρεώνη τον άνθρωπο να πιστεύη τον Χριστό σαν Σωτήρα του και Θεό, για να μπορέση να αποκτήση την αιώνια ζωή;
- Δεν αρκεί, να ζη ο άνθρωπος με ευλάβεια προς το θείο και με καλωσύνη προς τους ανθρώπους; Αν ο Θεός είναι αγάπη, όπως και είναι, δεν θα απλώση την αγκαλιά Του να δεχθή και εκείνους που δεν γνώρισαν τον Χριστό;
- Είναι ποτέ δυνατό ο Θεός της αγάπης να αφήση να πάνε στην κόλαση τόσοι άνθρωποι, που δεν γνώρισαν τον Χριστό;
5. Τί θα τους απαντήσωμε;
• Είναι δυνατό να πάνε κοντά στο Θεό άνθρωποι, που ποτέ δεν έκαμαν αυτά που φέρνουν τον άνθρωπο ψυχικά κοντά στον Θεό;
• Είναι δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που δεν έκαμαν πρόβλημα της ζωής τους να γνωρίσουν τον Θεό; και να μάθουν, τί είναι ο Θεός; Ποιός είναι ο Θεός; και ποιά είναι η οδός προς αυτόν;
• Είναι ποτέ δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που ποτέ δεν εφρόντισαν να καταλάβουν, ότι η δική τους λογική δεν είναι ίσης αξίας με την λογική του Θεού;
• Είναι ποτέ δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που ποτέ τους δεν ηθέλησαν να καταλάβουν, ότι έχουν χρέος να συμμορφώνουν την λογική τους με την λογική του Θεού;
6. Η λανθασμένη αντίληψη για τον Θεό (σχετικά με το τί είναι και ποιός είναι ο Θεός), συνήθως έχει σαν αιτία την ελλιπή γνώση των θεολογικών προβλημάτων. Και συνεπώς αποτελεί επιπολαιότητα. Και οδηγεί σε προχειρολογίες.
Εγώ ειμί η άμπελος∙
 υμείς τα κλήματα.
Το κλήμα ου δύναται
 καρπόν φέρειν αφ’ εαυτού
 εάν μη μείνη εν τη αμπέλω∙
ούτως ουδέ υμείς,
 εάν μη εν εμοί μείνητε.
Εγώ ειμί η άμπελος,
 Υμείς τα κλήματα.
Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ
 ούτος φέρει καρπόν πολύν∙
 ότι χωρίς εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν.
Εάν μη τις εν εμοί μείνη,
 εβλήθη έξω ως το κλήμα
 και εξηράνθη.
Και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι
και καίεται.
     (Ιωάν. 15,4-6)
β. Δεν αρκεί η αγάπη
1. Πολλοί έχουν καταλάβει, ότι ο Θεός είναι αγάπη.
Μα δεν πρέπει να σταματάμε σ’ αυτό. Γιατί ο Θεός δεν είναι μόνο αγάπη. Είναι και άγιος∙ και δίκαιος∙ και αληθινός.
Δεν αρκεί να ξέρωμε, τι θα μας κάμη, όταν δεν έχωμε αγάπη. Πρέπει να ξέρωμε, και τι έκαμε και τι κάνει, για να μας μάθη να έχωμε αγάπη, και να μας δείξη ότι μας έχει αγάπη.
2. Ο Θεός είναι «ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος». Αυτό ομολογούμε στην ιερώτερη προσευχή μας: στην θεία Λειτουργία. Είναι αδύνατο να καταλάβωμε και να κατανοήσωμε, τι είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό και εκείνοι, που δεν ψάχνουν (να Τον εύρουν ) με ταπείνωση και ειλικρινά, εύκολα καταντούν στο συμπέρασμα, πως ο Θεός δεν υπάρχει.
Μα κάνουν ένα φρικτό λάθος. Θέλουν να γνωρίσουν τον Θεό, όπως γνωρίζουν τους ανθρώπους και τα διάφορα πράγματα του υλικού κόσμου: με τις αισθήσεις τους και με τα μέσα των θετικών επιστημών (βλ. κεφ. Α’ σελ. 24-25). Αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο Θεός είναι αόρατος, ακατάληπτος∙ και απερινόητος. Ποτέ δεν θα ιδούμε και δεν θα καταλάβωμε με την ουσία Του.
3. Μα το ότι δεν Τον βλέπομε και δεν Τον καταλαβαίνομε, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Γιατί ο Θεός ζη, δρα, κινείται ανάμεσά μας. Και τις ενέργειές Του τις αισθανόμαστε. Και τις καταλαβαίνομε.
Ο Θεός σαν «Ο Ων» είναι απρόσιτος. Ο άνθρωπος την ουσία του Θεού δεν μπορεί∙ ούτε να την προσεγγίση∙ ούτε να την κατανοήση∙ με κανένα τρόπο.
Τον Θεό τον καταλαβαίνομε μόνο από τις ενέργειες Του. Όπως ακριβώς και τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό. Οι ενέργειες του Θεού αποτελούν μια ηθελημένη συγκατάβαση του Θεού, που την κάνει ο Θεός για χάρη μας, από στοργή και αγάπη για μας.
Ο Μέγας Βασίλειος λέγει επιγραμματικά:
Ο Θεός είναι ψηλά. Πολύ ψηλά. Η Ουσία Αυτού μας είναι απρόσιτη. Όμως οι ενέργειές Του κατεβαίνουν σε μας. Και μας Τον φέρνουν κοντά μας. Έτσι, από τις ενέργειές Του, καταλαβαίνομε:
• ότι υπάρχει∙
• ότι είναι αγαθός∙
• ότι είναι πατέρας μας∙
• ότι μας παρακολουθεί με το έλεός Του και με την στοργή Του.
4. Τον Θεό Τον γνωρίζομε από τις ενέργειές Του. Όχι από την Ουσία Του. Η ενέργεια του Θεού δεν είναι ένα τμήμα του Θεού. Ο Θεός δεν διαιρείται σε αγάπη, δικαιοσύνη, αλήθεια, δόξα, έλεος, φιλανθρωπία κλπ. Ενέργεια του Θεού είναι απλώς «κάτι», που το κάνει ο Θεός. Είναι φυσικό να σκεφθούμε, ότι αυτά που κάνει και πέφτουν στην δική μας αντίληψη δεν είναι όλα εκείνα που μπορεί να κάμη, όταν το θελήση. Ο Θεός έχει την σοφία, την δύναμη και την δυνατότητα να σκεφθή πιο πολλά και να ενεργήση εντελώς διαφορετικά, από ό,τι εμείς φανταζόμαστε.
γ. Η αγάπη του Θεού
1. Η πιο αισθητή σε μας φυσική ενέργεια του Θεού είναι η αγάπη Του για μας.
Τί σημαίνει, «ο Θεός μας αγαπάει»;
Ας το ιδούμε, όσο πιο σύντομα μπορούμε.
Ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο.
Γιατί τον εδημιούργησε;
Για να γίνη ένα ον ταλαίπωρο και δυστυχισμένο;
Όχι. Αλλά για να γίνη ευτυχισμένος.
Ποιά είναι η μεγαλύτερη ευτυχία;
Οπωσδήποτε όχι η εξωτερική.
Όχι η χαρά που δίνει ο πλούτος και η ηδονή.
2. Θυμηθήτε τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Επέτυχε στη ζωή. Έγινε ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Αληθινός Κροίσος. Γράφτηκαν για αυτόν βιβλία, που μιλάνε για αυτόν, σαν να ήταν μυθικός ήρωας. Είχε χρήματα να κάνη ό,τι ήθελε. Και να διασκεδάση όσο ήθελε. Και λοιπόν; Εξωτερικά φαινόταν απόλυτα ευτυχισμένος. Ήταν όμως πράγματι ευτυχισμένος; Κάποια στιγμή πέθανε ο υιός του Αλέξανδρος. Και τότε εζήτησαν από τον πατέρα Αριστοτέλη Ωνάση μια συνέντευξη στην τηλεόραση. Εκείνος εδέχθη. Και την έδωσε. Στο τέλος τον ερώτησαν:
- Πώς αισθάνεστε, κ. Ωνάση, μετά τον θάνατο του παιδιού σας;
Απάντησε:
Αισθάνομαι, πως είμαι ο πιο φτωχός άνθρωπος στον κόσμο.
Τί μας είπε;
Μας είπε: Η ευτυχία δεν είναι στα έξω. Είναι μωρία να θέλη ο άνθρωπος να γίνη ευτυχισμένος με τα έξω. Η ευτυχία είναι «μέσα».
3. Ποιά είναι η βαθύτερη μορφή ευτυχίας;
Η εσωτερική. Η ειρήνη της καρδιάς και της ψυχής.
Αν ευτυχία ήταν η ηδονή το πιο ευτυχισμένο ον θα ήταν ο πετεινός. Και πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι οι πόρνες (Μάρκος Αυρήλιος Στ, 34).
Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με συνείδηση. Και με ηθική κρίση. Για να μπορή να αποκτήση μια ευτυχία όχι εξωτερική, ψεύτικη και παροδική, αλλά εσωτερική, αληθινή, μόνιμη, αναφαίρετη.
Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με τις τελειότερες και υψηλότερες προδιαγραφές: τον εδημιούργησε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Δηλ. τον έφτιαξε να έχη μερικά από τα δικά Του χαρακτηριστικά.
• ελεύθερο, να κρίνη και να αποφασίζη μόνος του, τι θα κάμη∙
• να αγαπάη την αλήθεια και το καλό∙
• να έχη ευσπλαχνία και συμπόνια∙
• και να μπορή – όταν το θελήση – να γίνη όμοιος με τον Θεό, κατά χάριν Θεός (δηλ. γεμάτος καλωσύνη, αγάπη, ευσπλαγχνία, αλήθεια, κ.ο.κ.).
Όλοι ξέρομε ότι, όταν ο άνθρωπος αποκτήση μερικές από αυτές τις αρετές, γίνεται εσωτερικά, βαθιά, μόνιμα ευτυχισμένος.
δ. Η αμαρτία και η διόρθωσή της.
1. Έτσι έπρεπε να είμαστε όλοι μας. Έτσι ήταν το πρόγραμμα του Θεού για μας. Να είμαστε όλοι γεμάτοι αρετές και απόλυτα ευτυχισμένοι.
Όμως ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελευθερίας του. Έκαμε την σκέψη, πως μπορεί να γίνη πιο ευτυχισμένος, αν ζήση χωρίς τον Θεό, αδιαφορώντας για αυτά που του είχε δείξει ο Θεός. Έτσι τους είχε υποδείξει ο Όφις:
- Αφήστε στην άκρη τον Θεό. Πάρτε εσείς την θέση του. Καθορίζετε μόνοι σας, τι είναι για σας καλό και τι κακό. Και τότε «έσεσθε ως Θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν» (Γεν. 3,5).
2. Πού οδηγεί το φρόνημα αυτό;
• Σε σχέση με τον Θεό:
Μας κάνει κατάκριτους και εχθρούς του Θεού. Όταν ένα άθλιο κουνούπι μας ενοχλήσει, χωρίς να αισθανόμαστε ίχνος λύπης, χωρίς ίχνος δισταγμού, το ψεκάζομε με εντομοκτόνο∙ και ησυχάζομε. Επειδή είχε την αναίδεια να έλθη αντίθετο στο θέλημά μας. Τί θα έπρεπε να κάνη ο Θεός σε μας, όταν ερχόμαστε αντίθετοι στο θέλημα Του; Μη ξεχνάμε ότι η διαφορά ανάμεσα στον Θεό και σε μας είναι πολύ πιο μεγάλη, από ό,τι ανάμεσα σε μας και στο κουνούπι. Εμείς είμαστε με το κουνούπι αδέλφια: φτιαγμένοι από την ίδια ύλη∙ εξ ίσου και οι δύο ύλη∙ εξ ίσου κτίσματα! Μα ο Θεός δεν είναι ύλη∙ και είναι ο Δημιουργός της ύλης∙ είναι ο Κτίστης∙ εξ ίσου και για μας∙ και για τα κουνούπια.
Τί σημασία έχει η αμαρτία; Τεράστια. Απέραντη. Ανυπολόγιστη. Γιατί είναι η καταφρόνηση του άπειρου Θεού από ένα άθλιο πλάσμα Του.
• Σε σχέση με τον εαυτό μας.
Μας οδηγεί στην διάλυση της ηδονομανίας (πορνεία, μοιχεία, ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά, κ.ά.). Στις αλλεπάλληλες αυτοκτονίες των παραχορτασμένων. Στην πλήρη απογοήτευση, με την οποία γεμίζει τις ψυχές, όταν συναισθανθούν πως επήραν λάθος δρόμο!
• Σε σχέση με τους άλλους.
Σε μια ανειρήνευτη πάλη!
3. Και ο Θεός;
Ου κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν∙ ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν (Ψαλμ. 102,10).
Δεν μας φέρθηκε, όπως φερόμαστε εμείς στα κουνούπια. Παρ’ ότι είναι Θεός. Παρ’ ότι είναι απερίγραπτος, άναρχος και ανέκφραστος. Αλλά ήλθε επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος. Και το έκαμε, γιατί δεν το άντεχε «δια σπλάχνα ελέους» Του, «θεάσθαι (= να βλέπη) υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων. Αλλά ήλθε και μας έσωσε».
Γιατί ήλθε;
• Επειδή δεν το υπέφερε να μας βλέπη σε τόση δυστυχία! Να τυραννούμεθα από τον διάβολο!
• Επειδή ηθέλησε να μας σώση!
• Επειδή έτσι τον ωδήγησε η αγάπη Του για μας.
Ήλθε για να μας ξαναφέρη στο σωστό φρόνημα∙ στον σωστό τρόπο ζωής.
«Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3,16).
Ήλθε να μας σώση.
Πώς να μας σώση;
• Και σωματικά.
• Και ψυχικά.
• Και με συμβουλές.
• Και με την υπόδειξη του κακού που μας απειλεί.
• Και με απειλές.
• Και με παιδαγωγικές τιμωρίες.
• Και με φάρμακα.
Φάρμακα είναι:
• Το βάπτισμα
• Η εξομολόγηση.
• Η θεία Κοινωνία: το Σώμα Του και το Αίμα Του.
Συμβουλές, απειλές, υποδείξεις είναι
• Η διδασκαλία Του
4. Η ταλαιπωρία και η δυστυχία μας είναι το λανθασμένο φρόνημα. Που μας λέει ότι μπορούμε να βρούμε ευτυχία και όταν ζούμε χωρίς Θεό.
• Αυτό είναι το χειρότερο λάθος μας.
• Αυτό είναι η πηγή της δυστυχίας μας.
• Αυτό μας σπρώχνει σε όλες τις αμαρτίες.
Ο Πολυεύσπλαγχνος Θεός κάνει τα πάντα να μας βοηθήση, να μην αφήσωμε αυτό το φοβερό κακό να μείνη μέσα μας αθάνατο (= για πάντα).
5. Πώς όμως διορθώνεται το φρόνημα;
Με την μετάνοια.
Η λέξη μετανοώ σημαίνει: Αλλάζω τρόπο σκέπτεσθαι. Καταλαβαίνω, ότι η μέχρι τώρα νοοτροπία μου ή κοσμοθεωρία μου ήταν λάθος∙ με έβλαπτε∙ με κατέστρεφε!
Όλοι καταλαβαίνομε, ότι το λάθος στον τρόπο γενικής αντιμετωπίσεως της ζωής είναι το χειρότερο από όλα.
Από εκεί πρέπει να αρχίζη η διόρθωση.
Ο Θεός, λοιπόν, μας βοηθεί να διορθώνομε τον τρόπο του σκέπτεσθαι
• με τις διδασκαλίες Του
• με το παράδειγμά Του (κατέβηκε για χάρη μας στην γη και σταυρώθηκε για μας).
• με το να ορίση να είναι για όλους μας άγνωστη η ώρα του θανάτου μας.
• με την απειλή της αιώνιας κόλασης.
Όλα αυτά μας βοηθούν να μην αφήνομε το λάθος-φρόνημα να μένη μέσα μας αθάνατο.
Και αμέσως μόλις διορθωθή το φρόνημά μας, ο πολυεύσπλαγχνος Θεός μας δέχεται!
• Εδέχθη τον ληστή (ένα κακούργο, ένα φονιά)!
• Εδέχθη την πόρνη (ένα μέχρις αηδίας φιλήδονο ον)!
• Εδέχθη τον διώκτη Του (ένα φανατικά κακόψυχο άνθρωπο).6. Και τα τραύματα της αμαρτίας σε σώμα και ψυχή; Τα θεραπεύει με τα φάρμακά Του.
ε. Έπαθε για μας. Αντί για μας.
1. Ο Θεός είναι η Αγία Τριάς: ο Πατήρ, ο Υιός, και το Άγιο Πνεύμα. Τρία πρόσωπα∙ ομοούσια∙ ομόθρονα∙ ομότιμα∙ εξ ίσου παντοδύναμα∙ με μια και τα τρία θέληση, που πάντοτε ταυτίζεται. Δεν υπάρχουν διαφορές και αντιγνωμίες στην Αγία Τριάδα.
Μα κάποτε ο Υιός «σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. 1,14), δηλ. έγινε άνθρωπος, χωρίς βέβαια να παύση να είναι Θεός. Όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Υιός «εν μορφή Θεού υπάρχων» δεν φοβήθηκε, μη χάση και πάψη να είναι ίσος με τον Θεό. Και για αυτό εκένωσεν εαυτόν και επήρε δούλου μορφήν και έγινε όμοιος με τον κάθε άλλο άνθρωπο» (Φιλ. 2,6-7).
Μα γιατί έγινε άνθρωπος;
«Εταπείνωσεν εαυτόν – απαντά ο απ. Παύλος – γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. 2,8). Δηλαδή έγινε άνθρωπος από υπακοή στο πανάγαθο θέλημα του Πατρός Του.
2. Γιατί έγινε άνθρωπος;
Δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν. Και πιο συγκεκριμένα: για μένα.
Γιατί;
Για να μας ελευθερώση από τα δεσμά της αμαρτίας.
Πώς;
Με το να τιμωρηθή Αυτός για μας, αντί για μας. Με το να γίνη θυσία και προσφορά στον Θεό για μας. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Για να έχη την δυνατότητα να τιμωρηθή για μας, για να άρη τις δικές μας αμαρτίες.
Γράφει ο απ. Παύλος:
Εξ αιτίας των αμαρτιών μας είμαστε όλοι ένοχοι και άξιοι τιμωρίας σε αιώνιο θάνατο. Μα τελικά απαλλαγήκαμε από την τιμωρία που μας έπρεπε. Μας απάλλαξε από την τιμωρία αυτή ο ίδιος ο Θεός, δια της απολυτρώσεως που μας έδωκε δια Ιησού Χριστού. Αυτόν, τον Χριστό, ο Θεός τον έβαλε στην θέση μας. Τιμωρήθηκε για μας. Αντί για μας. Έγινε ιλαστήρια θυσία. Για μας. Και έτσι τώρα, όποιος πιστεύει, ότι το αίμα Του χύθηκε για να μας καθαρίση από τις αμαρτίες μας, σώζεται (Ρωμ. 3,24-25).
Γιατί έγινε αυτό;
Γιατί ο Θεός αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, δηλ. τους ανθρώπους, ώστε έδωκε τον Υιόν Του να γίνη θυσία για μας∙ να τιμωρηθή Αυτός για μας. Έτσι τώρα, όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν όχι μόνο δεν κινδυνεύει να απωλεσθή, αλλά και έχει σίγουρη την αιώνια ζωή κοντά Του (Ιω. 3,16).
3. Μερικοί, στους οποίους τα έργα του Θεού γίνονται όχι μόνο ακατανόητα (σ’ αυτό συμφωνούμε όλοι) αλλά και ... ανόητα (σ’ αυτό ΔΕΝ συμφωνούμε όλοι!), λένε:
Καλά, ο Θεός σαν πολυεύσπλαγχνος δεν μπορούσε να συγχωρέση τον κόσμο, χωρίς τιμωρίες και θυσίες;
Η απάντηση είναι:
Η αμαρτία δεν είναι απλώς μια απρέπεια. Είναι και μια ζημιά, και μια καταστροφή. Η συγχώρηση ΔΕΝ αρκεί. Χρειάζεται και να αποκατασταθή η ζημιά. Και να διορθωθή, ό,τι κατεστράφη.

ΤΙ ΕΚΑΜΕ
Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
 ΓΙΑ ΜΑΣ

Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους
 και δια την ημετέραν σωτηρίαν
• Κατελθόντα εκ των ουρανών∙
• και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου
 και Μαρίας της Παρθένου∙
• και ενανθρωπήσαντα∙
• σταυρωθέντα τε υπέρ ημών
 επί Ποντίου Πιλάτου∙
• και παθόντα∙
• και ταφέντα∙
• και αναστάντα τη τρίτη ημέρα
 κατά τας Γραφάς∙
• και ανελθόντα εις τους ουρανούς∙
• και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός∙
• Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
 κρίναι ζώντας και νεκρούς∙
• «Ου της Βασιλείας
 ουκ έσται τέλος.
(Από το Σύμβολο της Πίστεως)
Αυτώ η δόξα και ευχαριστία
 Εις τους αιώνας των αιώνων∙ αμήν

στ. Το Αίμα της Διαθήκης.
Ας ιδούμε τώρα, τι μας έλεγε ο απόστολος Παύλος για τον θάνατο του Χριστού στην προς Εβραίου επιστολή του, στην οποία μας μιλάει γι’ αυτόν διεξοδικά.
1. Ο αγιάζων (= ο Χριστός) και οι αγιαζόμενοι (= εμείς οι άνθρωποι), όλοι μας πηγή της υπάρξεώς μας έχομε τον ίδιο επουράνιο Πατέρα∙ γι’ αυτό ο Χριστός δεν το εθεώρησε ποτέ υποτιμητικό για τον Εαυτό Του να μας ονομάζη αδελφούς Του. Και γι’ αυτό από την παλιά εποχή έλεγε η αγία Γραφή:
• λόγια δικά Του: Απαγγελώ το Όνομά Σου τοις αδελφοίς Μου∙ εν μέσω Εκκλησίας υμνήσω Σε (Ψαλμ. 21,23).
• λόγια δικά μας: Εγώ πεποιθώς έσομαι επ’ αυτώ (τω Χριστώ) και σωθήσομαι δι’ Αυτού (Ησ. 12,2).
• Και πάλι λόγια δικά Του: Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός (Ησ. 8,18).
Μα να, αυτά τα «παιδία» είχαν σάρκα και οστά. Ήλθε λοιπόν και αυτός (ο αγιάζων) και επήρε την ίδια σάρκα και τα ίδια οστά, για να μπορέση έτσι να πεθάνη∙ και έτσι με τον θάνατο Του να εξουδετερώση εκείνον που είχε στα χέρια του όπλο εναντίον μας την δύναμη του θανάτου, την αμαρτία, την αιτία που προκάλεσε και προκαλεί τον θάνατο. Και εξουδετερώνοντάς τον να μας κάμη να καταλάβωμε, ότι δεν είναι πια κυρίαρχος∙ και όποτε θέλομε, μπορούμε να απαλλαγούμε και από αυτόν και από το όπλο του, με το οποίο μας καταδυναστεύει (= την αμαρτία)∙ και συνεπώς να μας απαλλάξη από την απελπιστικά δυσάρεστη κατάσταση να τον τρέμωμε σαν δούλοι του και να μη μπορούμε να χαρούμε την ομορφιά της ζωής (Εβρ. 2,11-15).
2. Έγινε άνθρωπος για ένα σκοπό: να πεθάνη για μας (όπως χάριτι Θεού παντός γευσήται θανάτου).
Ο Θεός δεν είχε καμμιά υποχρεώση να κάμη ο Ίδιος θυσία για χάρι μας! Μα η αγάπη Του για μας Τον ωδήγησε να στείλη τον Υιό Του στον κόσμο να γίνη άνθρωπος και να γευθή τον θάνατο για μας∙ να γίνη θυσία για μας. Γιατί δεν μας βλέπει, όπως βλέπομε εμείς τα κουνούπια και τις κατσαρίδες. Δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού. Θέλει την μετάνοιά του∙ την επιστροφή του.
Κάθε μετάνοια και επιστροφή στον Θεό αποτελεί μια νέα διαθήκη, μια ειδική συμφωνία με τον Θεό, ότι στο εξής θα είμαστε νεκροί για την αμαρτία και θα ζούμε γι’ Αυτόν. Και γι’ αυτό την μετάνοια, την απόφαση να είμαστε νεκροί για την αμαρτία, την εικονίζαμε με τον θάνατο ενός ζώου, που συμβολικά το εθυσιάζαμε στη θέση μας∙ αντί για μας. Πέθανε, συμβολίζοντας ότι εμείς έχουμε χρέος να πεθάνωμε για την αμαρτία. Διαθήκη, δηλ. συμφωνητικό μετανοίας, χωρίς θάνατο, εκείνου που κάνει την διαθήκη, δεν γίνεται (Εβρ. 9,15-16).
Μα τον θάνατο των ζώων οι άνθρωποι δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά, γιατί ήταν εύκολο πράγμα η σφαγή ενός ζώου. Και βέβαια μπορεί να συμβολίζη, τον θάνατο του ανθρώπου. Μα δεν ισοδυναμεί με τον θάνατο ανθρώπου. Και γι’ αυτό οι θυσίες αυτές δεν είχαν αντικειμενική αξία! Δεν ίσχυαν να καθαρίζουν τον άνθρωπο και να τον επανασυνδέουν με τον Θεό! Το αίμα των ταύρων και τράγων δεν έχει δύναμη να αφαιρή αμαρτίας (Εβρ. 10,4).
3. Γι’ αυτό ο Θεός θέλοντας να σώση τον άνθρωπο χάριτι, (= από την πολλή Του αγάπη και πατρική ευσπλαγχνία) ώφειλε να φροντίση να υπάρχη.
• ένας τέλειος συμβολαιογράφος (αρχιερέας), που θα φτιάξη το συμφωνητικό της σωτηρίας (δηλαδή μετάνοιας, θανάτου για την αμαρτία εκ μέρους μας – συγχώρησης εκ μέρους του Θεού) και
• ένα τέλειο ον που θα θυσιασθή για μας, για τον καθένα μας, και όλους μαζύ και ο θάνατος του θα έχη μεγαλύτερη αξία από ό,τι η ζωή όλων μας.
Έτσι ο θεαρχικώτατος Πατήρ αιώνιο αρχιερέα προαιωνίως κατέστησε τον Υιό Του με τα λόγια: Συ ει ο ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
Και μετά, ότε ήλθε το πλήρωμα των καιρών, κατηρτίσατο Αυτώ σώμα (Εβρ. 10,5) μέσα στην άχραντη κοιλία της υπευρευλογημένης Μαρίας. Έτσι το σώμα του Ιησού, σαν σώμα του απείρου Θεού-Λόγου είχε
• τόσο μεγαλύτερη αξία από ό,τι η ζωή όλων των ανθρώπων, όσο μεγαλύτερη τιμή και αξία έχει ο άκτιστος κτίστης, από τα κτίσματά Του και
• τόσο πολύ περισσότερη χάρη και αγιαστική δύναμη από ό,τι απαιτεί η άφεση όλων των αμαρτιών όλου του κόσμου, ώστε και μια μόνο σταγόνα από το άγιο αίμα Του αρκεί να μας αγιάση και να μας σώση.
4. Έτσι ο Χριστός σαν αρχιερέας και σφάγιο μαζί, σαν θύτης και θύμα μαζί, έκαμε επάνω στον Σταυρό στον Γολγοθά «την εν Σιών μυστικήν ιερουργίαν»: απέθανε, για να γίνη ένα μόνιμο συμφωνητικό μετανοίας και επιστροφής των ανθρώπων στον Θεό, που όταν το δέχονται έχουν πια ζωντανή υποχρέωση να ζουν νεκροί για την αμαρτία και ζωντανοί μόνο για τον Θεό. Γιατί Εκείνος που εθυσιάσθη, έχει άπειρη αξία. Και η Καινή Διαθήκη Του είναι μια για πάντα∙ μια Διαθήκη που δεν μπορεί να καταργηθή, ούτε να αντικατασταθή με άλλη καλλίτερη. Και όποιος καταφρονεί αυτή την διαθήκη κάνει ένα μεγάλο λάθος (= αμάρτημα): θεωρεί το αίμα του Χριστού, με το οποίο υπογράφτηκε αυτή η συμφωνία, κοινό (= ίσης αξίας με το αίμα των τράγων και ταύρων!) και συνεπώς καταπατεί τον Υιό του Θεού (δηλ. δεν προσέχει ότι μέσα σ’ αυτό το Σώμα και σ’ αυτό το Αίμα ευρίσκεται ολόκληρος ο Υιός του Θεού).
Αν αμαρτία είναι η καταφρόνηση του Θεού, υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία από αυτή;
ζ. Γιατί στον Σταυρό;
1. Γιατί ο Αμνός του Θεού και Αρχιερεύς πρόσφερε την θυσία Του στον Σταυρό, και ΄όχι με κάποιο άλλο τρόπο;
2. Το θέλημα του Θεού είναι άγιο. Και ο νόμος του Θεού, που το εκφράζει, είναι και αυτός άγιος και η εντολή αγία (Ρωμ. 7,12). Ο Νόμος του Θεού έχει απέραντη ιερότητα.
• Είναι ποτέ δυνατό να τον καταπατάμε με το αζημίωτο;
• Είναι δυνατό να τον καταφρονούμε με το αζημίωτο;
• Είναι νοητό να μην κάνωμε ό,τι περισσότερο μπορούμε για την τήρησή του, και να είναι «όλα καλά»;
Για να περιφρουρήση την ιερότητα του Νόμου και να μας προφυλάξη από την αμαρτωλή νωχέλειά μας, ο Θεός μας το διασάφησε:
Επικατάρατος, εκείνος που δεν εμμένει σε όλες τις διατάξεις του Νόμου. Επικατάρατος εκείνος, που δεν εκτελεί όλες τις διατάξεις του Νόμου (Δευτ. 2.7,26).
Έτσι εκτός από ελάχιστους δικαίους, όλοι οι άνθρωποι έπεσαν στην κατάρα αυτή του Νόμου!
3. Μα ο Ιησούς ήλθε να σώση τον λαόν Αυτού από κάθε αμαρτία∙ από κάθε συνέπεια της αμαρτίας (Ματθ. 1,21). Ήταν ποτέ δυνατό να αφήση την χειρότερη, την κατάρα του Νόμου;
Ασφαλώς όχι!
Ο Υιός του Θεού υπέστη τα Άχραντα Πάθη, για να θεραπεύση τα δικά μας δυσώδη πάθη.
• Υβρίσθη, επειδή μας αρέσουν οι κολακείες.
• Ενεπτύσθη, επειδή ψοφάμε για τιμές.
• Εποτίσθη χολή, επειδή υποδουλωθήκαμε στην ηδονή του στόματος.
• Εφραγγελώθη, επειδή υποδουλωθήκαμε στην ηδονή του σώματος.
• Και υπετάγη στην πατρική βουλή να πάθη, επειδή εμείς υποκύπτομε στους λογισμούς μας.
• Και έγινε κατάρα (ο ευλογητός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος), για να μας εξαγοράση από την κατάρα του Νόμου.
4. Έλεγε προφητικά ο Νόμος.
Κεκατηραμένος υπό Θεού πας ο κρεμάμενος επί ξύλου (Δευτ. 21,23, Γαλ. 3,13). Δηλαδή. Ο κρεμάμενος επί ξύλου δεν βαστάζει μόνο την τιμωρία και την οργή των ανθρώπων, αλλά και την κατάρα του Θεού. Ο θάνατος στον σταυρό δεν ήταν μόνο σωματικά ο χειρότερος. Ήταν και πνευματικά.
η. Συμπέρασμα
Λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (117 μ.Χ.)
Ο ταύτα μη πιστεύων εναγής
ουχ ήττον των σταυρωσάντων τον Κύριον.
Ο γαρ άρχων του κόσμου τούτου χαίρει,
όταν τις αρνήται τον Σταυρόν.
Όλεθρον γαρ εαυτού γινώσκει
την ομολογίαν του Σταυρού.



http://www.optiko.net 
Συνεχίστε την ανάγνωση. | σχόλια

Printfriendly

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις Loading...

Το Σύμβολο της Πίστεως

Μήνυμα Ἐβδομάδος

Απόκτησε την γλυκύτητα των χειλέων κατά τους λόγους σου και όλους τους ανθρώπους θα τους έχεις φίλους.

Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Περισσότερα Θέματα

Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος

 
Ευχαριστούμε για την επίσκεψη :
Πνευματικά δικαιώματα © 2011. Η Προσευχή του Χριστού. -Κάθε υπόδειξη, τεκμηριωμένη διόρθωση ή έγγραφη συμπαράσταση είναι ευπρόσδεκτη. Καλώς ήρθες στην Προσευχή του Χριστού.